Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010



Η πραγματικότητα λιώνει.


Η πραγματικότητα λιώνει. Ένα καφετί σεντόνι σκεπάζει τα μάτια, τυλίγεται γύρω από το λαιμό. Τα χέρια τρυπούν το γαλάζιο ουρανό για να μαζέψουν τα σύννεφα στο παιδικό κουβαδάκι του παιδιού μου. Μάτια- γίγαντες που έχουν δόντια και μασάνε τις προσωπικες αναμνήσεις, χωρίς κανένας να τα πάρει χαμπάρι, σκαρφαλώνουν πάνω στο γαλάζιο τοίχο. Τα άλογα δεμένα με το δακτυλάκι μια νυχτερίδας, που ένα όνειρο την κουβάλησε μέσα στο σαλόνι και κανείς δεν μπορεί να την ξεφορτωθεί. Τα άλογα χλιμιντρίζουν, το ποδοβολητό τους ηχογραφημένο ακούγεται να βογκάει σε μια γωνιά του παιδικού δωματίου
Τι έχουν να μου πουν οι φιλόσοφοι τώρα. Και οι μεγάλοι επιστήμονες ξεβράκωτοι μπροστά στην ανάπτυξη, καθώς οι αιώνιοι τοκογλύφοι της σκέψης περνάνε από εξετάσεις εκατομμύρια ψυχές που δεν κατάφερα ακόμα να δουν τον εαυτό τους να ξερνάει τους οικογενειακούς πλανήτες της διάτρητης κρεβατοκάμαρας Χλιμιντρίζω και εγώ. Χλιμιντρίζω και χτυπάω τις οπλές μου στα πλακάκια του μπάνιου, πηδάω μέσα στον αγωγό του εξαερισμού, και χύνομαι στο ποτήρι της λογικής για να με πιει ο πρώτος που θα πάρει την εξουσία του ξεχαρβαλωμένου κόσμου. Τέρατα κρεμασμένα από γραβάτες αιωρούνται μέσα μου. Χαριτωμένοι βρικόλακες που λένε αστεία πάνω από τεράστια μνήματα που τα λένε εργοστάσια ιστορικής συνείδησης. Με αυτά συμπληρώνουν τις λαϊκές φόρμες του παραμυθιού. Του προσωπικού μύθου που δεν γνωρίζει το τέλος του.
Η πραγματικότητα λιώνει Χιλιάδες ευσυνείδητοι εργάτες της πένας και της εικόνας κεντάν ένα κόσμο ρευστό που λιώνει στα δάκτυλα, που λιώνει στα μάτια, που καλύπτει το πρόσωπο. Τα ουρλιαχτά του, γίνονται τραγούδι και συνοδεύουν την όλη επιχείρηση.
πίνακας Jaker Yerka

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010



Το άγαλμα της μητέρας


Περνάω, πάλι μόνος μπροστά από το άγαλμα της μητέρας. Αφημένο πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με την ματιά να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο. Γενάρη μήνα πλησίασε η τρέλα στο κελί της και δεν είχε τίποτα για να κρυφτεί από την ψυχιατρική. Με πληγωμένη όραση σήκωσε το κορμί πάνω από τους πλανήτες του νοικοκυριού της μετά το δίπλωσε, το λύγισε, το πέρασε μέσα από της κατακόμβες και σύρθηκε στα δημόσια πάρκα για να λιαστεί για να δει ανθρώπους να πηγαινοέρχονται άσκοπα, να πιάσει συζητήσεις γύρω από τον καιρό .
Περνάω πάλι μόνος, μπροστά από το άγαλμα της μητέρας με την ματιά της να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο Και εγώ μέρος του τοπίου αυτού είμαι, και νιώθω το χάδι της στο παιδικό κεφαλάκι μου και νιώθω τα ζεστά φιλιά της ακόμα και όταν αυτή δεν είναι εκεί.
Βλέπω να της περνούν το σφυγμό, μέσα στο μεσημέρι, την ώρα που ραδιοφωνικοί διαγωνισμοί χάριζαν δώρα σε πρωτοχρονιάτικα κουφάρια ευκαιριών.
Σε κανένα δεν είπε ότι βγαίνει στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι, ότι περπατάει όπως παλιά ανάμεσα στα παρτέρια και μιλάει με ανθρώπους της ηλικίας της, για πράγματα όμορφα και απλά.
Σε κανένα δεν το είπε.
Είδε το εξεταστικό βλέμμα του γιατρού την ώρα που ξέσφιγγε το μπράτσο και άφηνε τις γέρικες φλέβες να ξαναγεμίσουν με το αίμα τους, αλλά δεν προδόθηκε καθόταν όπως πάντα στην θέση της με την μάτια να χαϊδεύει το τοπίο μιας πρωτόγνωρης ανατολής. Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι δεν ήταν εκεί. Ότι το βλέμμα της είχε πετρώσει είχε γίνει μια κοκκινωπή πέτρα που ένα παιδικό χέρι θα την πετούσε στην αιωνιότητα. Και το χέρι αυτό ήταν δικό μου. Ναι το χέρι ήταν δικό μου. Και αυτό ούτε και εγώ το είχα καταλάβει.
Περνάω πάλι μπροστά από το άγαλμα της μητέρας, ή η μητέρα περνάει μπροστά από το δικό μου βλέμμα. Είμαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου και οι γιατροί είναι σκυμμένοι από πάνω όπως τότε έσκυβαν από πάνω της. Εκείνη, την είδα ζωγραφισμένη στον απέναντι τοίχο. Στην φούχτα της ένιωσα ότι κρατούσε μια κοκκινωπή πέτρα που αναγνώρισα ότι ήταν δικιά μου. Μου έκανε νόημα να την πιάσω. Πετάχτηκα επάνω και την πείρα από πίσω. Περπάτησα πίσω της, ανάμεσα στα παρτέρια που έφτιαχνε το βλέμμα της, ανάμεσα στους δρόμους που είχε ανοίξει πενήντα χρόνια πριν για να περπατήσω εγώ. Και εκεί είδα τους φίλους της. Αραχνοΰφαντους κρεμασμένους στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μιλούσε μαζί τους χωρίς να ακούγεται μιλιά. Τα λόγια όμως γινόταν αντικείμενα που αιωρούνταν γύρω τους και όσο μιλούσαν τόσο βγαίναν από το στόμα τους αντικείμενα και πλήθυναν τόσο που την κρύψανε και έπαψα να την βλέπω. Είχε θαφτεί κάτω από τόνους αντικειμένων που αυτή δημιουργούσε
Σε κανένα δεν είπα ότι βγαίνω στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι και ότι συνομιλώ με ανθρώπους της ηλικίας μου. Ότι εκεί βρίσκω το άγαλμα της μητέρας δίπλα στο δικό μου άγαλμα. ΄
πίνακας: Vladimir Kush

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010



Η Λόρα,
ερχόταν μετά την δουλεία μου, κατά τις έντεκα το βράδυ. Τις περισσότερες φορές την περίμενα στο μπαλκόνι και την έβλεπα από τον πέμπτο όροφο να φθάνει μέσα από τα έρημα πεζοδρόμια, ανάμεσα από τα κουφάρια που κυλιόταν κάθε βράδυ στις όχθες του σιδηροδρομικού σταθμού Πάντα όταν έφτανε κάτω από το μπαλκόνι, έριχνε μια ματιά προς τα πάνω για να δει αν την περιμένω και να της ανοίξω πριν χτυπήσει το κουδούνι και εγώ καρφωμένος εκεί την έβλεπα , την έβλεπα χαρούμενη και κουνιστή με την τσάντα της γεμάτη με τα φοιτητικά της συγγράμματα στον ώμο, να μου στέλνει το χαμόγελο της, με τα λευκά δοντάκια να γυαλίζουν στην βρώμικη νύχτα. Έμπαινε μέσα περνώντας πρώτα από την αγκαλιά μου. Την άφηνα μετά να μου εξιστορήσει τα γεγονότα της ημέρας, καθισμένη στις κίτρινες πολυθρόνες με το τεράστιο χαμόγελο της να σκεπάζει το μυαλό μου σαν μεταξένιος μαντύας , και να απλώνεται απαλά , απαλά πάνω στις συνάψεις. Μετά την πλησίαζα σιγά και την ξανά έκλεινα στην αγκαλιά μου, ή άλλες φορές, ερχόταν αυτή και καθόταν επάνω στα πόδια μου κολλώντας το νεανικό κορμάκι της στο δικό μου Και τα δύο κορμιά δεν αργούσαν να κυλιστούν στο ερωτικό άβυσσο που μας περίμενε λίγα μέτρα από την καρέκλα. Για κρεβάτι χρησιμοποιούσαμε τρία στρώματα , το ένα δίπλα στο άλλο έτσι ώστε να κυλιόμαστε οριζόντια και κάθετα χωρίς κανένα περιορισμό στις κινήσεις και στις στάσεις που μπορούσαμε να πάρουμε
Η νύχτα μύριζε τα υγρά του έρωτα που κυλούσαν ακατάπαυστα, πάνω σ' εκείνα τα στρώματα. Σεντόνια μουσκεμένα , μαξιλάρια τσαλακωμένα πεταμένα στην άκρη . Κορμιά που λαμπύρισαν μέσα στο αχνό φως ενός γερασμένου πορτατίφ , το σκεπάζαμε μ' ένα απαλό ινδικό μαντίλι σε χρώμα μοβ και κίτρινο ενώ το μαγνητόφωνο έπαιζε σιγά μελωδίες της τζαζ., ενώ άγγελοι ερχόταν τα πρωινά να κουβαλήσουν τον ύπνο στα κουρασμένα βλέφαρα της σάρκας, την ώρα που το ανοιξιάτικο πρωινό ξύπναγε την γερασμένη πόλη κάτω από τα πόδια μας. Την ώρα που τα αμάξια βόγκαγαν στο ξεκίνημα της ημέρας . Εκείνη την ώρα εμείς, πέφταμε εξαντλημένοι πίσω από το κίτρινο στόρι του παραθύρου που ξεχείλιζε το σωμάτιο με μια πορτοκαλί θαμπάδα και ήταν σαν να αρμενίζουμε ανάσκελα στις κοιλάδες του παραδείσου. Πίσω από αυτό το στόρι νόμιζα πως δεν ανήκαμε σε αυτό τον κόσμο αλλά σε έναν άλλο, όπου τα μενεξεδένια δέρματα του έρωτα κατέφευγαν για να μην τα αγγίξει η αγριότητα της πόλης, η αγριότητα του αναγκαστικού πρωινού της τετριμμένης καθημερινότητας.
πίνακας: Vladimir Kush

Οι ηλεκτρικοί μάγκες

Οι ηλεκτρικοί μάγκες με τις πρίζες στα χέρια. Με πέτσινους γιακάδες σηκωμένους. Τζίν καλυμμένα στα μπούτια τους. Κεφάλια σκυμμέν...