Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010



Απογευματινός περίπατος


Λέξεις και πάλι λέξεις που μάταια προσπαθούν να ράψουν τα τοπία που υπάρχουν μέσα μου. Τα ακρογιάλια του ονείρου κατοικούν στο κέντρο των αλλοτινών πόλεων. Οι πλατείες πεταμένες στην ναύλον σακούλα, μεταφέρονται καθώς το σκοτάδι πέφτει απαλά γύρω από το ονειροπαρμένο κορμί της ευτυχίας μου που το έχω αγκαλιάσει, που έχω κρεμαστεί από πάνω του και δεν μπορώ να το αποχωριστώ μέσα στο άξενο των πόλεων, μέσα στο γνώριμο της ψυχής μου. Η σιωπή χαμογελά στη μνήμη των πεζοδρομίων. Όντα βλέπω να ξεπροβάλλουν από μέσα μου, όντα γυμνά με κρυστάλλινα μέλη. Με κινήσεις που είναι δικές μου, χάνονται μέσα στην κυκλοφορία. Ξεχύνονται στους παλιούς δρόμους της νιώτης χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό. Μάταια τρέχω να τα μαζέψω. Ανοίγουν παράθυρα στον λυγδιασμένα ορίζοντα του χθες και βουτάνε μέσα τους. Ακουμπάω στο πρεβάζι τους και βλέπω το παρελθόν να απλώνει την χαρά του. Το μυαλό φρενάρει ψάχνοντας την ενότητα του τοπίου, ψάχνοντας τις ραφές των πραγμάτων πάνω στις οποίες θα κυλίσει το δάκτυλο και θα νιώσει να ακουμπάει το πρεβάζι του κόσμου που τόσο καιρό είχε σταθεί σε αυτή στην άκρη του και δεν το είχε καταλάβει. Τίποτα για το νόημα των πραγμάτων, τίποτα για τα αιωρούμενα αντικείμενα μια νεότητας που κρύβεται στα σκοτεινά συρτάρια της ενηλικίωσης μου. Οι αδέσποτοι περιπατητές μαζεύονται αλλά δεν συναντιούνται ποτέ. Βγάζουν από την σακούλες τις πλατείες, τους μακρινούς δρόμους, τις ήρεμες γέφυρες του κόσμου και τις στρώνουν κάτω από το βηματισμό τους. Φεύγουν επάνω τους για έναν απογευματινό περίπατο.
φωτο: Παρίσι Arnaud Bertrande

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010


Η Γαλάζια απεραντοσύνη

Ήμουν μια σπίθα ζωής στην απεραντοσύνη του κόσμου. Η απεραντοσύνη του και το είναι μου γινόταν ένα. Γίνομαι ένα κομμάτι αυτής της απεραντοσύνης Αρχέγονα πρότυπα σήκωναν τα λάβαρα τους μέσα μου. Πείρα βαθιές ανάσες για να αντέξω αυτή την ένωση με την φύση. Για να υποφέρω αυτή την φυσική κατάσταση που τόσο είχα στερηθεί τρέχοντας μέσα στο τσιμέντο, το γυαλί και την άσφαλτο. Ένιωθα πως τα κουβαλούσα ακόμα μέσα μου και προσπαθούσα να αποδράσω, να βουτηχτώ μέσα στο απέραντο γαλάζιο, στο γαλάζιο χωρίς σύνορα, προσπαθώντας να ξεφύγω από τα όρια του πολιτισμού, από τα όρια της ταυτότητας μου. Πίστευα πως πρέπει να απαλλαχτούμε από αυτά τα διανοητικά σχήματα, από αυτές τις έννοιες και τις σημασίες που μας κάρφωναν καθημερινά στο κρεβάτι του Προκρούστη και να λιώσουμε, να γίνουμε υγροί, ρευστοί και να κυλήσουμε μέσα από την χαραμάδα της πραγματικότητας, να κυλήσουμε σε μια άλλη διάσταση όπου η συνεκτική δύναμη του πολιτισμού δεν θα μπορεί να κρατάει ενωμένα και συμπαγή τα μόρια της ύπαρξης, της ταυτότητας. Και η ταυτότητα να γίνει μικρά κομματάκια βουτηγμένα μέσα στο χρώμα του δειλινού τόσο ώστε να γίνουν αόρατα. Να χαθούν μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Αυτό ήθελα εκείνη την στιγμή και αυτό προσπαθούσα να καταφέρω. Να γίνω ένα τίποτα. Μια μικρή και αδιόρατη νιφάδα της άνοιξης που ερχόταν χαρούμενη προς το μέρος μου. Η γαλήνη, αυτή με έκανε κομματάκια, διάφανες μπαλίτσες που αιωρούνταν στο διάστημα και ο αέρας τις πήγαινε όπου ήθελε. Σαπουνόφουσκες που τις φύσηξε ένα παιδικό στοματάκι και τις παρακολουθούσε κρυφά για να δει που θα πάνε.
φωτο: Κωνσταντίνου

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010



Ανολοκλήρωτες προσπάθειες


Αυτές οι ανολοκλήρωτες προσπάθειες,που βγήκαν από την γωνιά, λες στον εαυτό σου, “κρύψε τες , κρύψε τες τώρα”, πριν φθάσουν οι ατελείωτοι παρεξηγημένοι συνειρμοί, του γιατί, του διότι, του πού, του ποτέ και του αύριο που το σήμερα δεν βλέπουν.
Αυτές οι ανολοκλήρωτες προσπάθειες να σταθείς πάνω στην σκηνή του πεζοδρομίου με επιχειρήματα που αντιστέκονται στην κυκλοφορία, που αντιστέκονται στην άχρονη πραγματικότητα, που γκρινιάζουν στην απέναντι τζαμαρία, είναι τα δικά σου καλλιτεχνήματα, σχήματα ζωής, αραβουργήματα που κεντάν τον απόηχο των κουρασμένων κραυγών, γερασμένων προσώπων που κόβουν το οξυγόνο σε παγάκια μέσα στο χειμώνα και τα πετάνε στα σωθικά σου χωρίς να καταλαβαίνεις τίποτα..
Αυτές τις ανολοκλήρωτες προσπάθειες, κρεμάς στα μάτια των άλλων και χειρονομείς προσπαθώντας να τις σπρώξεις πιο βαθιά μέσα στο βλέμμα τους, σαν να θέλεις να γίνει συνείδηση τους η συνείδησή σου, σαν να θέλεις να σε κρατήσουν για πάντα πάντα μέσα τους για να βρεις ζεστασιά και προστασία. Εικόνες δικές σου να γίνουν δικές τους και εσύ θα γίνεις δική σου με το δάκρυ να κυλάει και να μουσκεύει ένα χαμόγελο που τρέφεται από την υγρασία του.
Αυτές οι ανολοκλήρωτες προσπάθειες, που βγαίνουν δειλά, που φανερώνουν δειλά το χαρούμενο κορμί μιας λύπης, καταλαβαίνεις πως, μόνο μέσα από τους άλλους θα ολοκληρωθούν.

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010



Χέρια με διάφανο δέρμα



Από τότε που μπήκες παρακόρη, μέχρι τότε που η αναπηρία έσπειρε νάρκες γύρω σου, η λάντζα και το σφουγγάρισμα αποτέλεσαν, σε τελική ανάλυση, την επαγγελματική σου δραστηριότητα για 'όλα αυτά τα χρόνια. Σε υγρές ατμόσφαιρες έπλεες σαν καρυδότσουφλο χωρίς κανένα εφόδιο και μόνο τα χέρια σου είχες για κουπιά. Μέσα σε κουζίνες, σε μπανιέρες σπιτιών πολυτέλειας, με την βρωμιά κρυμμένη σε μέρη που δεν τα φτάνει το μάτι του επισκέπτη., τα χέρια σου σύρθηκαν για να την βρουν και να την εξαφανίσουν, σύρθηκαν με το σφουγγαρόπανο γυμνά, παραδομένα διάφανα στον πόλεμο της επιβίωσης.
Μετά ήρθαν οι κουζίνες - υποβρύχια θαμμένες στα υπόγεια ξενοδοχείων. Μέσα σε αυτά, ο καθένας ήταν στο πόστο του και εσύ στο δικό σου μπροστά από την λάντζα με τις τεράστιες μεταλλικές γούρνες και το καυτό νερό να τρέχει ασταμάτητα καθώς τα πιάτα έρχονταν ομάδες, ομάδες, από τα χέρια των γκαρσονιών. Μετά έπεφταν κατσαρόλες, κατσαρόλια, τηγάνια, κουτάλες, και μετά πάλι πιάτα, ποτήρια. Και πάλι κατσαρόλες και μετά πιάτα Πυθμένες λερωμένοι, από τα αποφάγια ενός κόσμου που κινιόταν από πάνω, που έτρωγε και έπινε στις πολυτελείς τραπεζαρίες με τα γκαρσόνια σε διάταξη μέσα στην αίθουσα έτοιμα να τσακιστούν σε κάθε νεύμα του πελάτη. Ένας κόσμος πάνω από το κεφάλι σου που δεν μπορούσες να τον πλησιάσεις, παρά μόνο σαν υπηρετικό προσωπικό, παρά μόνο υπηρετώντας τον. Ένας κόσμος που δεν είχε την παραμικρή ιδέα του τι γίνεται κάτω από τα πόδια του, όπως και εσύ δεν είχες την παραμικρή ιδέα, για το γίνεται πάνω από το κεφάλι σου. Χωμένη, σκυμμένη κάτω από τους σωλήνες του εξαερισμού, τους φανταζόσουν να πηγαινοέρχονται στα μεγάλα σαλόνια του ξενοδοχείου, μετά από το φαΐ, με ένα ποτό στο χέρι και το χαμόγελο σε πρώτο πλάνο. Ντυμένοι όλοι στην εντέλεια, με τις γυναίκες, ιδίως να αστράφτουν από καθαριότητα, παρφουμαρισμένες και προπάντων ευτυχισμένες, ακουμπισμένες σε ακριβά έπιπλα. Τις φανταζόσουν και ζήλευες, πόσο θα ήθελες να είσαι μέσα σε αυτά τα σαλόνια, ντυμένη και συνοδευόμενη από έναν άντρα που σου προσέφερε τα πάντα, με τις υπηρέτριες σου να τρέχουν να σου ετοιμάσουν το τραπέζι, όμως ήξερες πως δεν ήσουν πλασμένη για να περπατήσεις μέσα σε αυτά το τοπία, ούτε σαν όνειρο .
Τα χέρια σου κατακόκκινα, από τα καυτά νερά, με δέρμα διάφανο δεν μπορούσαν να πιαστούν από τέτοια όνειρα.
Γλύπτο: Augoust Rodin

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010



Στο καθρέφτη του χρόνου


Μέσα στο καθρέφτη του χρόνου. είδα την σκάλα που εκείνος κατέβαινε μέσα της. Είδα το κουλουριασμένο κορμί διάτρητο από την φροντίδα της διαχρονικής αδιαφορίας. Είδα τα σάλια του σώματος που κυλούσαν στην τρυφερή σάρκα του θανάτου και λέρωναν τα σεντόνια. Σταμάτησα από πάνω τους τρομαγμένος, το υγρό σκοτάδι τους έλαμπε μπροστά μου
Ήθελα να φύγω. Ουρλιαχτά αυτοκινήτων μαζεύτηκαν στο στόμιο του νοσοκομείου και χάιδευαν τα βογγητά του. Έκλεισα τα αυτιά μου. Να φύγω, να φύγω. Η φωνή του, η φωνή του πατέρα κατέβαινε τους ορόφους. Είχε δαγκώσει τον ώμο μου. Με πονούσε Με πάγωνε. Ήθελε να με σταματήσει. Φωνή από έναν άλλο κόσμο που δεν έβγαινε από κατεστραμμένο στόμα, αλλά από κατεστραμμένο σώμα. Φωνή από μια άλλη τρύπα. Και μένα και εκείνον μας είχε προλάβει ο χρόνος.

Στην έξοδο, το ουρλιαχτό της σάρκας του γαντζώνεται πιο σφιχτά από τον ώμο. Το ξεφορτώνομαι με μια βίαιη κίνηση. Το αφήνω να χτυπιέται στους γυμνούς τοίχους του νοσοκομείου. Ανεβαίνω στην επιφάνεια του κόσμου. Προχωρώ στους δρόμους, ψάχνω τους θαμώνες της ζωής μου και με τα χέρια ανοιχτά θέλω να βουτήξω στα χρωματιστά τους ύφασμα.
Εμένα, την άλλη μέρα, με βρήκαν μούσκεμα από το υγρό σκοτάδι. Εκείνον δεν τον βρήκαν πουθενά. Έχει φωλιάσει για τα καλά μέσα μου και από τότε, δεν μπορώ να τον αφήσω ποτέ πια.
Πίνακας: William Blake

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010



Το “όχι”



Πόσο σημαντικό είναι να μπορούμε να πούμε όχι σε πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα τα οποία ξεπερνούν τα όριά μας , δεν σέβονται τον εαυτό μας και μπορούν και αποφασίζουν στην θέση μας, ακόμα δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Βέβαια το όχι ήταν κάτι το οποίο διδαχτήκαμε να μην κάνουμε χρήση. Ήταν πάντα ασυμβίβαστο με αυτά που μάθαμε για να μπορούμε να είμαστε αρεστοί στο περιβάλλον μας από μικρά παιδιά. Μάθαμε δηλαδή να αποδεχόμαστε τον άλλον ακόμα και αν δεν συμφωνούσαμε με την γνώμη του και κτίσαμε όλο τον ψυχικό μας κόσμο πάνω στην ενοχή που πηγάζει από την ανέκφραστη αντίρρησή μας. Από το όχι που ποτέ δεν βγήκε στην επιφάνεια και ποτέ δεν αποτέλεσε ένα στοιχείο της προσωπικότητας μας παρά έμεινε κρυφό μέσα μας να τρώει τα σωθικά μας, με τον ανεκπλήρωτο χαρακτήρα του. Μάθαμε να προτιμάμε να λέμε όχι στις δικές επιθυμίες, παρά στις επιθυμίες των άλλων και αυτό ήταν το σήμα κατατεθέν της κοινωνικής μας επιτυχία και αποδοχής. Αυτό ξεκίνησε από την παιδική μας ηλικία, πέρασε στην εφηβεία και αν τότε βγήκε για λίγο στην επιφάνεια, γρήγορα κρύφτηκε σαν μαχαίρι που σφάζει την ψυχή μας σιγά, σιγά μα σίγουρα. Προτιμούμε αυτό το σφάξιμο και αυτό το σφάξιμο κουβαλήσαμε και στις οικογένειες που κτίσαμε και με αυτό μεγαλώσαμε και τα παιδιά μας. Ακόμα και στα πεδία μας δεν μπορούμε να πούμε όχι και τα μαθαίνουμε και αυτά όχι.............. να μην λένε.

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010



Θεσσαλονίκη

Ξαφνικά του έρχεται στο μυαλό, κάποιο απόγευμα που είχε περάσει στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης πριν πολλά χρόνια. Θυμάται πως στο βάθος, το ηλιοβασίλεμα ετοίμαζε τα σύνεργα του και αυτός, πλανόδιος αλήτης των συναισθημάτων, ένας διαβάτης που ακουμπούσε την υγεία της νιότης του στα παγκάκια του πάρκου που, ενώ ήταν έτοιμος να απολαύσει ένα φανταστικό ηλιοβασίλεμα, έγινε θεατής μιας αυθόρμητης παρέλασης της ζωής στην διαχρονική της εξέλιξη. Θεατής ενός πλήθους περιπατητών που ξεχύθηκε ξαφνικά μπροστά του. Θεατής της απογευματινής βόλτας των κατοίκων της πόλης. Θεατής ενός χρωματιστού, χωρισμένου σε ηλικίες πλήθους, που άπλωνε το βηματισμό του χαρούμενο και ανέμελο μπροστά στον ήλιο, που ακολουθούσε τα φλεγόμενα μονοπάτια του ουρανού στα οποία ο ίδιος είχε βάλει φωτιά.
Ο βηματισμός του ελεύθερου χρόνου.
Καθόταν ανέμελα και ένιωσε ξαφνικά πως βρισκόταν σε ένα θέατρο το οποίο είχε στηθεί έτσι, αυθόρμητα στο μυαλό του, χωρίς να τον προειδοποιήσει. Ακουμπισμένος αιστάνθηκε το παγκάκι σαν να είναι πολυθρόνα του θεάτρου, του δικού του θεάτρου. Μοναχικός θεατής, στο δικό του σκηνοθετημένο θέαμα. Ένα θέαμα διαχρονικό, όπου οι πρωταγωνιστές έμπαιναν στην σκηνή αυθόρμητα χωρίς να έχουν καταλάβει τίποτα. Μπροστά πήγαιναν χαρούμενοι, ανέμελοι έφηβοι σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον. Έτρεχαν πίσω από κορίτσια που κρατιόταν χέρι, χέρι και κρυφογέλαγαν. Ζευγαράκια που ξετρύπωναν από δεξιά, ή αριστερά σφιχταγκαλιασμένα καθόταν και αυτά μπροστά στο ηλιοβασίλεμα. Μετά νιόπαντροι που έσπρωχναν καροτσάκια με τους καρπούς της ευτυχίας τους. Μετά ζευγάρια με μεγαλύτερα παιδιά που έτρεχαν γύρω τους και εκείνα φοβισμένα τους φώναζαν να προσέχουν. Οικογένειες με τα παιδιά τους σε κανονική διάταξη και μετά, και μετά γεροντικά ζευγάρια, τα γεροντικά βήματα που πλησιάζαν απειλητικά το τέλος της ζωής. Γεροντικά ζευγάρια που τα υποβάσταζαν τα παιδιά τους, ή τους κουβαλάγανε σε καροτσάκι.
Καθόταν εκεί και κοιτούσε εκστασιασμένος. Έβλεπε τα διάφορα στάδια της ζωής, την γέννηση, την παιδικότητα, την εφηβεία, την νεότητα, την μέση ηλικία και τέλος τα γηρατειά να παρελαύνουν μπροστά του. Έβλεπε την ζωή να ξετυλίγεται να εμφανίζεται με τα στολίδια των οικογενειακών σχέσεων να κυλάνε ανεμπόδιστα στο απογευματινό πλακόστρωτο της Θεσσαλονίκης και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από εκεί. Οι ηλικίες η κάθε μια με το δικό της στυλ, η κάθε μια με τα δικά της χαρακτηριστικά. Η κάθε μια με την σειρά της.
Όταν έπεσε η νύχτα η πλατεία είχε αδειάσει. Όλος αυτός ο κόσμος είχε γυρίσει στην οικογενειακή του εστία. Αυτός μάζεψε σιγά, σιγά τα σκηνικά του μυαλού του. Άφησε την πλατεία άδεια και χάθηκε από εκεί, χωρίς κανείς να έχει καταλάβει την παρουσία του.

Οι ηλεκτρικοί μάγκες

Οι ηλεκτρικοί μάγκες με τις πρίζες στα χέρια. Με πέτσινους γιακάδες σηκωμένους. Τζίν καλυμμένα στα μπούτια τους. Κεφάλια σκυμμέν...