Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010



Μαρακές


Η σκόνη της ερήμου κάθεται στο στήθος, καλύπτει το πρόσωπο, θολώνει το βλέμμα. Μάταια τα λερωμένα τσάμια λεωφορείου προσπαθούν να την κρατήσουν μακριά. Τίποτα δεν καταφέρνουν. Το τοπίο υγρό, κυλάει σαν ποτάμι σε όλη την διαδρομή. Απέραντες εκτάσεις παφλάζουν αφήνοντας μια μυρουδιά από καμένη σάρκα να καλύπτει τα πάντα. Κορμιά τυλιγμένα με χρωματιστά υφάσματα, λικνίζονται μέσα στα κύματα της ερήμου, χορεύουν μπροστά στην απεραντοσύνη του ήλιου, προσπαθώντας να αποφύγουν την απονιά του. Ο ήλιος μπορεί να χαράξει μόνο τα πρόσωπα με το αραβικό μαχαίρι του. Μπρούτζινα πρόσωπα με σταχτί μάτια, αφημένα επάνω σε σκισμένα καθίσματα βαγονιών, σαν εκμαγεία που ταξιδεύουν στους αιώνες, με το ίδιο σχιστό βλέμμα των Φαραώ . Τεράστια γυναικεία μάτια από χώμα που με παρακολουθούν πίσω από παραπετάσματα προσώπου. Στέλνουν μυστικά σινιάλα σε όλες τις κατευθύνσεις. Ταξιδεύουν αμίλητα μέσα στην ζωή τους, δίπλα από ξεπεσμένους εμίρηδες που κάποιος τους καθαρίζει φραγκόσυκα και τους ταΐζει γονατιστός στο στόμα. Νυχτερινή βόλτα στο άχρονο σύμπαν που έλιωνε με ένα τεράστιο μισοφέγγαρο στην αγκαλιά μου, γύρω τα τείχη της Μεδίνα.
Η φωνή του ντελάλη δένει την βαρκούλα της ψυχής μου, στο γαλαζοκόκκινο σκούρο του λιμάνι.
Το επόμενο ξημέρωμα ξεχύνονται όλοι στο δρόμο κυνηγώντας τον ακινητοποιημένο χρόνο. Κυνηγώντας την ακινητοποιημένη ζωή Νέοι που θέλουν να το σκάσουν από την δικτατορία αυτής της ακινησίας. Που γυρνάνε σε ερημωμένες συνοικίες κάνοντας όνειρα για τις πρωτεύουσες του πολιτισμού. Πρίγκιπες που ζητάνε τσιγάρα στην στροφή του χωματόδρομου. Πρίγκιπες που στρίβουν το κίφ με βιρτουόζικη δεξιοτεχνία και μετά...και μετά τα πάντα αιωρούνται από το ξεχασμένο ταβάνι του κόσμου. Χωρίς χρόνο, χωρίς χώρο, χωρίς διάσταση. Γίνομαι ένα άυλο ον. Καθρεφτίζω την έρημο. Είμαι η έρημος, το χωμάτινο δωμάτιο, τα παιδικά μπερμπερικα μάτια που με κοιτάνε με φόβο σε μια απόμερη μεριά του Μαρακές

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010



Valparaiso


Ατελείωτα βήματα στις χρωματιστές, ξύλινες συνοικίες του Valparaiso, φέραν την νύχτα μπροστά σε αρχαιοελληνικές προσόψεις κτηρίων, που τρελοί αποικιοκράτες οικοδόμησαν ξέροντας πως η αιωνιότητα θα είναι πάντα εκεί. Μια φτωχική πόλη σκαρφαλωμένη πάνω στις κοιλάδες ενό χαμένου παραδείσου, κρεμασμένη μέσα στο χρόνο. Χρωματιστές σανίδες προσπαθούν να βρούν μια θέση δίπλα σε τρελούς στενούς δρόμους. Κατηφόρες και ανηφόρες μπερδεμένες, εξυπηρετούν τις διαχρονικές ανάγκες μετακίνησης. Μικρά χρωματιστά λεωφορεία σαν παιχνιδάκια, στα χέρια ενός παιδιού, κινούνται με χαρούμενη ταχύτητα, κόβοντας την ανάσα του επισκέπτη, κατεβάζοντας τον φόβο του στο εμπορικό λιμάνι. Το βράδυ βραχνές τραγουδίστριες προσπαθούν να ανοίξουν το ντουλάπι των αναμνήσεων μια πόλης που χάνονται τα χνάρια της σε αιώνες σκληρότητας και άπονης χαράς. Οι μεθυσμένοι ποιητές ακουμπούν στο τραπέζι του, του κάνουν συντροφιά.
Την άλλη μέρα τα βήματα του τον φέρνουν στην αγορά. Ένα γδαρμένο κεφάλι αλόγου τον χαιρετάει στην είσοδό της. Καλπάζει στα χέρια ενός γερασμένου χιλιανού και πάει να κρυφτεί πίσω από το ματωμένο πάγκο. Πέρα ένας ξιφίας τον περιμένει με ένα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη. Φωνές, κραυγές του εμπορείου τον ζώνουν από παντού. Σκαρφαλώνουν στους χρωματιστούς τοίχους της πόλης, που ακουμπούν στους ώμους αργόσχολων πολιτών σπαρμένων σε φτωχικά πάρκα, σε σκοτεινιασμένες πλατείες, κοιτώντας το άπειρο γαλάζιο του ειρηνικού ωκεανίου. Ένα παιδάκι τον πλησιάζει με ένα πορτοκάλι στο χέρι, μετά από εξήντα χρόνια πεθαίνει πυροβολημένο στην άκρη ενός τηλεοπτικού δελτίου.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010



Στο Μπουένος Άιρες


Στο Μπουένος Άιρες δεν ταξίδεψα ποτέ παρά, μόνο τρύπωσα μέσα σε διηγήσεις φίλων που είχαν ξαπλώσει στα πατώματα του, που είχαν λικνίσει το ταγκό της ζωής του. Της ζωής τους που με είχε ακουμπήσει, που με είχε πάρει από το χέρι μπροστά σε ένα βελούδινο ηλιοβασίλεμα. Αχ πότε θα βρούμε εκείνα τα νιάτα που χάθηκαν στις πλατείες, που χάθηκαν μπροστά στα περήφανα κτήρια του Μπουένος Άιρες. Τα νιάτα που κουβαλήσαμε σε καρδιές κατακόκκινες από το χορό των δακρύων από τον χορό των αποχωρισμών. Οι λευκές πατούσες που αφήνανε τις ιδρωμένες πατημασιές στα καυτά πεζοδρόμια, θα κυκλώνουν την αιωνιότητα αυτής της στιγμής για πάντα. Χορευτικές πατημασιές με τον έρωτα να δακρύζει πάνω σε μελαψά δέρματα που έντυσαν τα όνειρά μου, πίσω από τα κουρασμένα μάτια των εργατών. Πίσω από τα μάτια των εργατών που ξεχείλιζαν την λαχτάρα της ζωής σιγά, σιγά όταν έπεφτε το δειλινό και αυτή ξεθάρρευε, ξεθάρρευε όλο και πιο πολύ καθώς ερχόταν η νύχτα. Και εκείνους τους δρόμους που δεν πέρασα ποτέ, δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω! Δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω αυτή τη δικιά μου, αιώνια λαχτάρα που κυλάει πάνω στην γάμπα μια χορεύτριας, θαμπώνοντας το βλέμμα μου, μεταφέροντας οξυγόνο στα θλιμμένα σοκάκια του Μπουένος Άριες που αγάπησα χωρίς να τα δω ποτέ, που το αγάπησα μόνο από τις διηγήσεις των φίλων.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010


Στην ερημιά του δρόμου


Με ποιες γκριμάτσες να ζητήσω το χαμόγελο, ένα χαμόγελο σαν κουρτίνα όπου από πίσω η λευκή οδοντοστοιχία ξεκουράζεται στο θρόνο της. Μπροστά της απλώνεται η ερημιά του δρόμου με εμένα σαν επιβάτη αργοπορημένο και μόνο. Καλησπερίζω ανύπαρκτους αλκοολικούς διαβάτες, που το ρέψιμο τους σκοτώνει τα ρουθούνια της ευαισθησία μου. Καλησπερίζω λαστιχένια στόματα που τα φούσκωσαν με ενέσεις σιλικόνης, για να μπορούν να φυλάνε αυτό το βρομιάρη κόσμο. Καλησπερίζω το σκοτεινό διάστημα δίπλα από τα παράθυρα μια παλιάς γνώριμης ανατριχίλας. Από τις μασχάλες της βγαίνει η αγωνία . Καλησπερίζω το μοναχικό πλήθος στο νυχτερινό διάδρομο του εφιάλτη του.
Το γυαλιστερό μου πατούμενο καθρεπτίζεται στην βρεγμένη άσφαλτο με εμπιστοσύνη. Αραχνοΰφαντα υφάσματα του γέλιου στα ακροδάχτυλα της νύχτας τρέχουν να με πιάσουν μέσα στα στενά. Τους ξεφεύγω!! Κάμαρες, κρεβατοκάμαρες σε λίστες οργασμικής αναμονής με περιμένουν. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, ο κόσμος είναι έτοιμος να λιώσει σε μια γωνιά του δωματίου.Ο φανατικός ρυθμός της ανάπτυξης τον έχει κουράσει. Του λέω να πάρει τις σωστές ανάσες. Ανοίγω διέξοδο σωτηρίας, κάνω θεραπευτικές μαλάξεις στους κροτάφους. Ανάβω τις μαγικές βιτρίνες του δωματίου για χάρη του. Τον κουβαλάω μπροστά στους καθρέφτες .Τον φέρνω στα φανάρια της λεωφόρου που φοβερίζουν το σκοτάδι της ζωής μου. Απόμακρες κρεβατοκάμαρες που χάνονται με τις ρυτίδες των τοίχων να γλιστράνε από το πρόσωπό μου. Με ποιες γκριμάτσες να ζητήσω το χαμόγελο. Μπροστά μου απλώνεται η ερημιά του δρόμου με εμένα σαν επιβάτη αργοπορημένο και μόνο. Το γυαλιστερό μου πετούμενο καθρεπτίζεται στην βρεγμένη άσφαλτο με εμπιστοσύνη
Καλησπερίζω ξενύχτιδες της απόγνωσης, Καλησπερίζω γλεντζέδες της αιμομιξίας του χρόνου την ώρα που δεν βρίσκομαι εκεί.
πίνακας: George Braque

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010


Παράλληλοι κόσμοι

Για πόσο καιρό το παρμπρίζ θα έρχονται να καθαρίσουν σκυμμένες σκιές που ξεμπαρκάρουν από τα πεζοδρόμια ψάχνοντας μισό ευρώ μπροστά στα φώτα της δίωξης μεταναστών;
Για πόσο καιρό φοβισμένα κορμιά θα τρέχουν να κρυφτούν πίσω από τους θάμνους, πίσω από στύλους,
ξαπλωμένα στην υγρασία της νύχτας, μέσα στην σκοτεινή
επιφάνεια του δρόμου μου,κυνηγημένες φιγούρες
θα σαλεύουν με κινήσεις καταδικασμένης νεότητας;
Για πόσο καιρό η απλότητας της φυσιολογικής σκληρότητας ,
θα κυλάει έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου;
Η δική μου νύχτα και και η δική τους, παράλληλες νύχτες,
θα συνωστίζονται στα φανάρια των λεωφόρων;
Για πόσο καιρό οι παράλληλες νύχτες μας θα γίνονται μία;
Οι παράλληλοι κόσμοι θα συναντιόνται χωρίς καμιά συνάντηση.
και θα ανασαίνουν ο ένας δίπλα στον άλλον;
Για πόσο καιρό οι παράλληλοι κόσμοι, θα σέρνονται ο κάθε ένας με τον τρόπο του, στο σκοτάδι του πολιτισμικού θυσιαστηρίου; Για πόσο καιρό οι καμένες σάρκες του μισού πλανήτη θα πυροδοτούν τα λεβητοστάσια του άλλου μισού;

Μα.....Για όσο
Για όσο
ο πόλεμος,
για όσο
θα καθορίζει την ειρήνη.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010



Η χαρούμενη κοιλάδα
της ανεμελιάς μου.


Αυτό το νεύμα έρχεται από μακριά, μια κίνηση είναι μόνο. Μια κίνηση που ξεδιπλώνεται πάνω σε τοίχους, πάνω σε πρόσωπα, πάνω σε τζάμια, πάνω μου, πάνω σου, πάνω σε όλους μας. Η ροζιασμένη παλάμη ενός πατέρα έκανε αυτό το νεύμα και η μάνα, μετά από αυτό το νεύμα, έμεινε ακίνητη, ακουμπισμένη στο πρεβάζι του παραθύρου, να τον περιμένει.
Με αυτό το νεύμα χαιρέτισαν τον ερχομό μου και με αυτό το νεύμα χαιρέτησα την αποχώρησή τους. Ερχομός και αποχώρηση μέσα από ένα νεύμα, μια κίνηση, μια λέξη που σχηματίζεται στον αέρα. Ένα νεύμα που κανείς δεν ξέρει τι θέλει να πει πραγματικά. Τα κύτταρα αυτού του νεύματος γλίστρησαν από την φούχτα ενός παιδιού. Ξεχύθηκαν από την κραυγή ενός εφηβικού κορμιού. Τα σεξουαλικά όργανα της ανθρώπινης ανεκτικότητας και η επιθυμία πίσω από ένα τέτοιο νεύμα κρύφτηκαν.
Αυτό το νεύμα κρατάω βαθιά μέσα μου.
Αυτό το νεύμα ήταν και είναι η χαρούμενη κοιλάδα της ανεμελιάς μου.

Οι ηλεκτρικοί μάγκες

Οι ηλεκτρικοί μάγκες με τις πρίζες στα χέρια. Με πέτσινους γιακάδες σηκωμένους. Τζίν καλυμμένα στα μπούτια τους. Κεφάλια σκυμμέν...