Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010



Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.

Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.

Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα,

είναι η ειρήνη....


Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα

φαρδύ χαμόγελο στα μάτια

μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα

κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του

είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που

παγώνει το νερό στο παράθυρο,είναι η ειρήνη.


Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουνστο πρόσωπο του κόσμου

και μες στους λάκκους πούσκαψαν οι οβίδες

φυτεύουμε δέντρακαι στις καρδιές πού

καψε η πυρκαϊά δένει ταπρώτα της μπουμπου και η ελπίδακ' οι νεκροί

μπορούν να γείρουν στο πλευρότους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο

ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους τουκάκου,είναι η ειρήνη.


Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το

βράδι,τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο

δρόμο δεν είναι φόβος,

τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει

φίλος,

και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρασημαίνει ουρανός

γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές

καμπάνες των χρωμάτων του,

είναι η ειρήνη.


Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ' ένα

βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.

Τότε που τα στάχυα γέρνουν τό

να στ' άλλολέγοντας: το φως, το φως, το φως,

και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως

είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να

γίνουν βιβλιοθήκες,τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από

κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα

τότε που τ' ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ'το σύννεφο

όπως βγαίνει απ' το κουρείο της συνοικίας

φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το

Σαββατόβραδοείναι η ειρήνη.


Τότε που η μέρα που πέρασεδεν είναι μια μέρα που χάθηκε

μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της

χαράς μέσα στο βράδι

κ' είναι μια κερδισμένη μέρα κ' ένας δίκαιος

ύπνοςτότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει

βιαστικά τα κορδόνια του

να κυνηγήσει τη λύπη απ' τις γωνιές τουχρόνου

είναι η ειρήνη.


Ειρήνη είναι οι θυμωνιές των αχτίνων στους

κάμπους του καλοκαιριού

είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης σταγόνατα της αυγής.

Όταν λες: αδελφέ μου -- όταν λέμε: αύριο θαχτίσου

με

όταν χτίζουμε και τραγουδά

με

είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στηνκαρδιά

κ' οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα

δάχτυλα την ευτυχία,

τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού

το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο

προλετάριος

είναι η ειρήνη.


Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των

ανθρώπων

είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου

είναι το χαμόγελο της μάνας.

Μονάχα αυτό.

Τίποτ' άλλο δεν είναι η ειρήνη.

Και τ' αλέτρια που χαράχουν βαθειές

αυλακιές σ' όλη τη γης

ένα όνομα μονάχα γράφουν:

Ειρήνη.

Τίποτ' άλλο. Ειρήνη.


Πάνω στις ράγες των στίχων μου

το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον

φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα

είναι η ειρήνη.


Αδέρφια μου,

μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει

όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.

Δώστε τα χέρια, αδέρφια μου,

αυτό 'ναι η ειρήνη.


Γιάννη ΡίτσουΑθήνα,

Γενάρης, 1953

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010





Του Vassili Salvatorov


Στο λέω με το θράσος των ανθρώπων που πεθαίνουν για σένα

Με τη σημαία μπροστά,

Λάβαρο κάποιων αγώνων που χαράσσουν στη μνήμη

Αντικείμενα όπως το μίξερ, το αυτοκίνητο, ένα ψυγείο

Και –σίγουρα– μια μηλόπιτα με μήλα του Άινταχο.

Πόση δόξα αλήθεια! Επινίκια σε ροζ Cadillac

Με τη φωνή του Eminem για συντροφιά

“I’m gonna fuck you”.
Αμερική λατρεύω να σε μισώ γι’ αυτό που είσαι.

Χλιδάτη πόρνη με λαμπερά φτιασίδια, στήθη σιλικόνης, μνήμες πυριτίου

Και κώλο που λικνίζεται στο σκαμπανέβασμα του χρηματιστηρίου.

Αποκαλύψου! Λάμψε! Σκόρπα τον όλεθρο!

Πάρε τα λάφυρα της νίκης, όλα δικά σου.

Ρίγη απόλαυσης ανάμεικτα με τρόμο που ’χει τη γεύση της βανίλιας

Καθηλώνουν τα πλήθη τη στιγμή που Εσύ βαδίζεις αγέρωχη

Με τη σημαία πάντα μπροστά,

Στο δρόμο που ’ναι σπαρμένος προσδοκίες

Και –φυσικά– φλεγόμενους Δίδυμους Πύργους και καμικάζι.

Μια αναλαμπή

Πυρπολυμένοι φάροι καθοδηγούν τα πλήθη στο επέκεινα.
Δοξάζω εγώ

Δοξασμένη εσύ, Αμερική

Φωτίζεις το δρόμο μου καθώς καίγεσαι ηρωικά,

Οι βόμβες σκάβουν το κορμί σου, σε τραυματίζουν ανεπανόρθωτα.

Όμως εσύ ξέρεις τον πόνο να τον μετατρέπεις σε οργή

Να γλείφεις τις πληγές σου εκδικούμενη και

Να εξαπολύεις τους κεραυνούς σου επί δικαίων και αδίκων όπου γης.

Είσαι μια πόρνη λαμπερή! Μια πόρνη οργισμένη!
Fuck you America σιγοτραγουδώ

Αν και ξέρω πως η φωνή μου θα απαχθεί από το προφανές και το επίκαιρο

Θα παραμείνω άθελά μου βουβός θαυμαστής σου και φίλος

Ακόμα και τώρα που σε μισώ μοιάζει πως σε λατρεύω

Τη σκοτεινή σου δύναμη ελέγχου και θανάτου

Τη νεοτερική σου όψη και την αφέλεια της πίστης σου σε σένα

Ανόητα, αβάσιμα συμπεράσματα που προκύπτουν αβίαστα

Στα χείλη εκείνων που αμφισβητούν κι εκείνων που δοξάζουν

Η πουτάνα δεν γίνεται.

Είναι.
Από την ποιητική συλλογή Fuck you America!, Open Window Press, Σικάγο 2004. Μετάφραση: Μ.Π

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010




ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ
Θυμήσου Μπάρμπαρα
Έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες γελαστή
Όμορφη μαγεμένη μουσκεμένη
Κάτου από τη βροχή
Θυμήσου Μπάρμπαρα
Έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη
Και σ' είχα στην οδό Σιάμ συναπαντήσει
Χαμογελούσες
Κι εγώ κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου
Μπάρμπαρα
Εσύ πού δε σε γνώριζα
Εσύ πού δε με γνώριζες

Θυμήσου
Θυμήσου ωστόσο εκείνη την ήμερα
Μη λησμονείς
Σ' ενός σπιτιού την είσοδο στεκόταν ένας άντρας
Και τ' όνομά σου εφώναξε
Μπάρμπαρα
Κι έτρεξες προς εκείνον κάτου απ' τη βροχή
Όμορφη μαγεμένη μουσκεμένη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Αυτό θυμήσου Μπάρμπαρα
Κι αν σου μιλώ στον ενικό μη με παρεξηγείς
Σ' όλους εκείνους πού αγαπώ μιλώ στον ενικό
Ακόμη κι αν τους έχω δει μονάχα μια φορά
Μιλώ στον ενικό σ' όλους εκείνους πού αγαπιούνται
Ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζω

Θυμήσου Μπάρμπαρα
Μη λησμονείς
Εκείνη τη βροχή τη φρόνιμη κι ευτυχισμένη
Στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Και στην ευτυχισμένη πόλη
Εκείνη τη βροχή πέρα στη θάλασσα
Στο Ναύσταθμο
Και στο καράβι για το απέναντι νησάκι

Ω Μπάρμπαρα
Κατάρα πού είναι ο πόλεμoς
Τι να 'χεις απογίνει τώρα εσύ
Μες στη βροχή από σίδερο φωτιά κι ατσάλι κι αίμα
Κι εκείνος πού με αγάπη σ' έσφιγγε στην αγκαλιά του
Να πέθανε να χάθηκε να ζει ποιος ξέρει ακόμη

Ω Μπάρμπαρα
Στη Βρέστη βρέχει αδιάκοπα καθώς έβρεχε πρώτα
Όμως δεν είναι το ίδιο πια και ρημαχτήκαν όλα
Φριχτή κι απαρηγόρητη βροχή από πένθος πέφτει
Δεν είναι τώρα η καταιγίδα από
Σίδερο ατσάλι κι αίμα
Μονάχα είναι από σύγνεφα
Σύγνεφα που πεθαίνουν σαν σκυλιά
Σκυλιά πού εξαφανίζονται
Μέσα στο ρεύμα του νερού στη Βρέστη
Και πάνε να σαπίσουνε μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ' τη Βρέστη
Πού τίποτε μα τίποτε απ' αυτή δεν απομένει.

Ζακ Πρεβέρ

Απόδοση στα Ελληνικά : Πέτρος Δήμας
Πίνακας: Dali

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010


Τα παιδιά μας


Τα παιδιά μας,
τα παιδιά μας λαμπυρίζουν
σαν μικρές λυχνίες στα σκοτάδια
που τα κουβαλούμε.
Μας δείχνουν το δρόμο της ζωής
ενώ εμείς τα τραβάμε
στο δρόμο θανάτου
κρατώντας τα στοργικά από το χεράκι.
πίνακας: Frida Kalho

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010



Ο ΧΡΟΝΟΣ- ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ

Βγαίνει και η Κυριακή σιγά σιγά
οι ώρες ειν’-αλήθεια- τρομερά μακρόσυρτες
θέλει ψαρόκολλα-εγκαρτέρηση το πράγμα.
Πόσο λαχτάρησα να φτερουγίσω Εκείνο
δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση
δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως
οι νόμοι της φύσεως ή η κακούργα διαλεκτική
κάθε γυναίκα είναι μια καινούργια
νύξη του Απόλυτου τη βλέπω μαγεμένος και κατατάσσομαι αμέσως
εθελοντής στην αλύπητη ματαιότητα.
Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα άλλαζα διάβολε
κατεύθυνση.
Νίκος Καρούζος
πίνακας: Frida Kalho

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010



Το δηλητήριο της σιωπής,
αφήνει το βουβό ποτάμι των λέξεων
να χαράζει τις κραυγές
στα πλευρά του σκοταδιού,
που κανείς δεν θα ακούσει
στην ανατολή των χαμένων ημερών.
Το φως,
τις κρατάει καλά φυλαγμένες,
στον απόηχο των πρωινών,
που μονόχειρες πολεμιστές
προσπαθούν να τις μεταφέρουν
κρυφά μέσα στο πλήθος,
καθώς εκείνο
θα γυρνάει την πλάτη του
σε ότι είναι αληθινό και αιώνιο.
πινακας: Oto Dix

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010


Pablo Neruda


Αργοπεθαίνει (Muere lentamente)


Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.


Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν "αναποδογυρίζει το τραπέζι"
όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του,
για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλυστρίσει απ' τις πανσοφές συμβουλές.


Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη


Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να 'σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.


Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.
πίνακας: Γεράσιμος Στέρνης


Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010


Κατευθύνσεις

Εσύ με το Ρενό
και εγώ με το παπάκι
τους ίδιους δρόμους παίρνουμε
μεσάνυχτα και κάτι.

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010




Τα χρώματα


Οι απλές κηλίδες
του πορτοκαλί
κουβαλάνε
τα χαμόγελα του πλήθους
πέρα από την σκοτεινιά
των βημάτων του.

Οι ίσκιοι κρυφά
ακουμπάνε στους ώμους.
Οι μοβ σταγόνες
από το δεξί κρόταφο
κυλάνε πάω
στην ανυποψίαστη παλάμη.

Τα μελανά σημεία
κρύβουν τις βουνοκορφές
των ιδεολογικών μαυσωλείων.
Πιο πέρα, περιμένει
η οριζόντια
γραμμή του ματιού.


Μενεξεδένια πρόσωπα
ψάχνουν γαλάζιες εξόδους
από τις αιμάτινες κουμπότρυπες
του κορμιού.

πίνακας: Clyfford Still

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010



Η πραγματικότητα λιώνει.


Η πραγματικότητα λιώνει. Ένα καφετί σεντόνι σκεπάζει τα μάτια, τυλίγεται γύρω από το λαιμό. Τα χέρια τρυπούν το γαλάζιο ουρανό για να μαζέψουν τα σύννεφα στο παιδικό κουβαδάκι του παιδιού μου. Μάτια- γίγαντες που έχουν δόντια και μασάνε τις προσωπικες αναμνήσεις, χωρίς κανένας να τα πάρει χαμπάρι, σκαρφαλώνουν πάνω στο γαλάζιο τοίχο. Τα άλογα δεμένα με το δακτυλάκι μια νυχτερίδας, που ένα όνειρο την κουβάλησε μέσα στο σαλόνι και κανείς δεν μπορεί να την ξεφορτωθεί. Τα άλογα χλιμιντρίζουν, το ποδοβολητό τους ηχογραφημένο ακούγεται να βογκάει σε μια γωνιά του παιδικού δωματίου
Τι έχουν να μου πουν οι φιλόσοφοι τώρα. Και οι μεγάλοι επιστήμονες ξεβράκωτοι μπροστά στην ανάπτυξη, καθώς οι αιώνιοι τοκογλύφοι της σκέψης περνάνε από εξετάσεις εκατομμύρια ψυχές που δεν κατάφερα ακόμα να δουν τον εαυτό τους να ξερνάει τους οικογενειακούς πλανήτες της διάτρητης κρεβατοκάμαρας Χλιμιντρίζω και εγώ. Χλιμιντρίζω και χτυπάω τις οπλές μου στα πλακάκια του μπάνιου, πηδάω μέσα στον αγωγό του εξαερισμού, και χύνομαι στο ποτήρι της λογικής για να με πιει ο πρώτος που θα πάρει την εξουσία του ξεχαρβαλωμένου κόσμου. Τέρατα κρεμασμένα από γραβάτες αιωρούνται μέσα μου. Χαριτωμένοι βρικόλακες που λένε αστεία πάνω από τεράστια μνήματα που τα λένε εργοστάσια ιστορικής συνείδησης. Με αυτά συμπληρώνουν τις λαϊκές φόρμες του παραμυθιού. Του προσωπικού μύθου που δεν γνωρίζει το τέλος του.
Η πραγματικότητα λιώνει Χιλιάδες ευσυνείδητοι εργάτες της πένας και της εικόνας κεντάν ένα κόσμο ρευστό που λιώνει στα δάκτυλα, που λιώνει στα μάτια, που καλύπτει το πρόσωπο. Τα ουρλιαχτά του, γίνονται τραγούδι και συνοδεύουν την όλη επιχείρηση.
πίνακας Jaker Yerka

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010



Το άγαλμα της μητέρας


Περνάω, πάλι μόνος μπροστά από το άγαλμα της μητέρας. Αφημένο πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με την ματιά να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο. Γενάρη μήνα πλησίασε η τρέλα στο κελί της και δεν είχε τίποτα για να κρυφτεί από την ψυχιατρική. Με πληγωμένη όραση σήκωσε το κορμί πάνω από τους πλανήτες του νοικοκυριού της μετά το δίπλωσε, το λύγισε, το πέρασε μέσα από της κατακόμβες και σύρθηκε στα δημόσια πάρκα για να λιαστεί για να δει ανθρώπους να πηγαινοέρχονται άσκοπα, να πιάσει συζητήσεις γύρω από τον καιρό .
Περνάω πάλι μόνος, μπροστά από το άγαλμα της μητέρας με την ματιά της να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο Και εγώ μέρος του τοπίου αυτού είμαι, και νιώθω το χάδι της στο παιδικό κεφαλάκι μου και νιώθω τα ζεστά φιλιά της ακόμα και όταν αυτή δεν είναι εκεί.
Βλέπω να της περνούν το σφυγμό, μέσα στο μεσημέρι, την ώρα που ραδιοφωνικοί διαγωνισμοί χάριζαν δώρα σε πρωτοχρονιάτικα κουφάρια ευκαιριών.
Σε κανένα δεν είπε ότι βγαίνει στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι, ότι περπατάει όπως παλιά ανάμεσα στα παρτέρια και μιλάει με ανθρώπους της ηλικίας της, για πράγματα όμορφα και απλά.
Σε κανένα δεν το είπε.
Είδε το εξεταστικό βλέμμα του γιατρού την ώρα που ξέσφιγγε το μπράτσο και άφηνε τις γέρικες φλέβες να ξαναγεμίσουν με το αίμα τους, αλλά δεν προδόθηκε καθόταν όπως πάντα στην θέση της με την μάτια να χαϊδεύει το τοπίο μιας πρωτόγνωρης ανατολής. Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι δεν ήταν εκεί. Ότι το βλέμμα της είχε πετρώσει είχε γίνει μια κοκκινωπή πέτρα που ένα παιδικό χέρι θα την πετούσε στην αιωνιότητα. Και το χέρι αυτό ήταν δικό μου. Ναι το χέρι ήταν δικό μου. Και αυτό ούτε και εγώ το είχα καταλάβει.
Περνάω πάλι μπροστά από το άγαλμα της μητέρας, ή η μητέρα περνάει μπροστά από το δικό μου βλέμμα. Είμαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου και οι γιατροί είναι σκυμμένοι από πάνω όπως τότε έσκυβαν από πάνω της. Εκείνη, την είδα ζωγραφισμένη στον απέναντι τοίχο. Στην φούχτα της ένιωσα ότι κρατούσε μια κοκκινωπή πέτρα που αναγνώρισα ότι ήταν δικιά μου. Μου έκανε νόημα να την πιάσω. Πετάχτηκα επάνω και την πείρα από πίσω. Περπάτησα πίσω της, ανάμεσα στα παρτέρια που έφτιαχνε το βλέμμα της, ανάμεσα στους δρόμους που είχε ανοίξει πενήντα χρόνια πριν για να περπατήσω εγώ. Και εκεί είδα τους φίλους της. Αραχνοΰφαντους κρεμασμένους στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μιλούσε μαζί τους χωρίς να ακούγεται μιλιά. Τα λόγια όμως γινόταν αντικείμενα που αιωρούνταν γύρω τους και όσο μιλούσαν τόσο βγαίναν από το στόμα τους αντικείμενα και πλήθυναν τόσο που την κρύψανε και έπαψα να την βλέπω. Είχε θαφτεί κάτω από τόνους αντικειμένων που αυτή δημιουργούσε
Σε κανένα δεν είπα ότι βγαίνω στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι και ότι συνομιλώ με ανθρώπους της ηλικίας μου. Ότι εκεί βρίσκω το άγαλμα της μητέρας δίπλα στο δικό μου άγαλμα. ΄
πίνακας: Vladimir Kush

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010



Η Λόρα,
ερχόταν μετά την δουλεία μου, κατά τις έντεκα το βράδυ. Τις περισσότερες φορές την περίμενα στο μπαλκόνι και την έβλεπα από τον πέμπτο όροφο να φθάνει μέσα από τα έρημα πεζοδρόμια, ανάμεσα από τα κουφάρια που κυλιόταν κάθε βράδυ στις όχθες του σιδηροδρομικού σταθμού Πάντα όταν έφτανε κάτω από το μπαλκόνι, έριχνε μια ματιά προς τα πάνω για να δει αν την περιμένω και να της ανοίξω πριν χτυπήσει το κουδούνι και εγώ καρφωμένος εκεί την έβλεπα , την έβλεπα χαρούμενη και κουνιστή με την τσάντα της γεμάτη με τα φοιτητικά της συγγράμματα στον ώμο, να μου στέλνει το χαμόγελο της, με τα λευκά δοντάκια να γυαλίζουν στην βρώμικη νύχτα. Έμπαινε μέσα περνώντας πρώτα από την αγκαλιά μου. Την άφηνα μετά να μου εξιστορήσει τα γεγονότα της ημέρας, καθισμένη στις κίτρινες πολυθρόνες με το τεράστιο χαμόγελο της να σκεπάζει το μυαλό μου σαν μεταξένιος μαντύας , και να απλώνεται απαλά , απαλά πάνω στις συνάψεις. Μετά την πλησίαζα σιγά και την ξανά έκλεινα στην αγκαλιά μου, ή άλλες φορές, ερχόταν αυτή και καθόταν επάνω στα πόδια μου κολλώντας το νεανικό κορμάκι της στο δικό μου Και τα δύο κορμιά δεν αργούσαν να κυλιστούν στο ερωτικό άβυσσο που μας περίμενε λίγα μέτρα από την καρέκλα. Για κρεβάτι χρησιμοποιούσαμε τρία στρώματα , το ένα δίπλα στο άλλο έτσι ώστε να κυλιόμαστε οριζόντια και κάθετα χωρίς κανένα περιορισμό στις κινήσεις και στις στάσεις που μπορούσαμε να πάρουμε
Η νύχτα μύριζε τα υγρά του έρωτα που κυλούσαν ακατάπαυστα, πάνω σ' εκείνα τα στρώματα. Σεντόνια μουσκεμένα , μαξιλάρια τσαλακωμένα πεταμένα στην άκρη . Κορμιά που λαμπύρισαν μέσα στο αχνό φως ενός γερασμένου πορτατίφ , το σκεπάζαμε μ' ένα απαλό ινδικό μαντίλι σε χρώμα μοβ και κίτρινο ενώ το μαγνητόφωνο έπαιζε σιγά μελωδίες της τζαζ., ενώ άγγελοι ερχόταν τα πρωινά να κουβαλήσουν τον ύπνο στα κουρασμένα βλέφαρα της σάρκας, την ώρα που το ανοιξιάτικο πρωινό ξύπναγε την γερασμένη πόλη κάτω από τα πόδια μας. Την ώρα που τα αμάξια βόγκαγαν στο ξεκίνημα της ημέρας . Εκείνη την ώρα εμείς, πέφταμε εξαντλημένοι πίσω από το κίτρινο στόρι του παραθύρου που ξεχείλιζε το σωμάτιο με μια πορτοκαλί θαμπάδα και ήταν σαν να αρμενίζουμε ανάσκελα στις κοιλάδες του παραδείσου. Πίσω από αυτό το στόρι νόμιζα πως δεν ανήκαμε σε αυτό τον κόσμο αλλά σε έναν άλλο, όπου τα μενεξεδένια δέρματα του έρωτα κατέφευγαν για να μην τα αγγίξει η αγριότητα της πόλης, η αγριότητα του αναγκαστικού πρωινού της τετριμμένης καθημερινότητας.
πίνακας: Vladimir Kush

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010



Ο παράδεισος

Παράδεισος, μια μυστηριώδης λέξη, μια λέξη η οποία δείχνει ότι παλιά, πολύ παλιά υπήρχε ένας όμορφος τόπος όπου ο άνθρωπος ζούσε ευτυχισμένος. Και δεν ήταν μόνο ένας μύθος εβραϊκός, αλλά ήταν ένας μύθος που απλωνόταν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, που ξεκινούσε από την Μεσόγειο και έφθανε μέχρι την Πρόσω Ασία. Και δεν ήταν ένας τόπος όπως πολλοί πιστεύουν σαν το «Κήπο της Εδέμ» αλλά ένας τρόπος ζωής, μια μορφή ζωής. Και δεν ήταν ένας τρόπος ζωής ο οποίος βασιζόταν στην αφθονία και τον πλούτο, αλλά ένας τρόπος ζωής που βασιζόταν στην λιτότητα, Ήταν ένας κόσμος άχρονος, ένας κόσμος ατάραχος, σταθερός, χωρίς ανάγκες και απαιτήσεις. Ένας κόσμος ήπιος και αξιοπρεπής, χωρίς ιδιαιτερότητες, χωρίς ιδιοτροπίες, χωρίς ατομικότητα, χωρίς εγωκεντρισμό, χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς απληστία και κλοπή Οι αρετές αυτού του κόσμου δεν ήταν αρετές του ατόμου, της προσωπικότητας, διότι η προσωπικότητα δεν υπήρχε. Η εξάρτηση ήταν τόσο μεγάλη που κανένας δεν μπορούσε να συλλάβει την ιδέα του ατόμου, της προσωπικής αυτοδυναμίας, αλλά γνώριζε μόνο τις αρετές του συνόλου, τις αρετές της ομάδας.
πίνακας:Georgia O Keeffe

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010





"Η Τρύπια"


Βασικά η μητέρα μου την είχε πατήσει, διότι όταν ο πατέρας μου την πήρε δεν ήτανε παρθένα. Αυτή η καημένη δεν του το είπε από την πρώτη στιγμή, διότι ντρεπόταν και όταν έγινε η πράξη, εκείνος παραξενεύτηκε που δεν υπήρχε πόνος και αίμα και όταν τελείωσε, σαν γνήσιος επιβήτορας, σηκώθηκε πάνω από το στερημένο κορμί της, και άρχισε να την βρίζει διότι όπως της είχε πει, άλλο περίμενε και άλλο βρήκε. Αυτή η αντίδρασή του την είχε πληγώσει και αισθανόταν ένοχη , έτσι έμεινε αμίλητη και κουρνιασμένη στο ερωτικό κρεβάτι μετά την πράξη, χωρίς να έχει φθάσει καν στον οργασμό. Αυτό κοστολογήθηκε αρνητικά από τον πατέρα μου, που ήθελε όπως έλεγε μια"καθαρή" και όχι μια “τρύπια”. Και δεν το είχε πει μόνο τότε, αλλά δεν παρέλειπε να το λέει σε κάθε καυγά σαν φοβερό ψεγάδι, το οποίο της αφαιρούσε το δικαίωμα να μιλάει και να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Της το πέταγε κατάμουτρα ασχέτως, αν εκείνος από την άλλη μεριά, καυχιόνταν για τις ερωτικές του επιτυχίες.


Όταν ήμουν μικρή δεν καταλάβαινα καθόλου αυτό το “τρύπια” και φανταζόμουν ότι είχε σχέση με την φτώχεια και τα τρύπια ρούχα , αλλά πάλι δεν μου κόλλαγε και τόσο διότι η μητέρα μου είχε καταφέρει με την δουλειά της να είναι περιποιημένη και προσεγμένη και αν την έβλεπε κάνεις ποτέ δεν θα την έλεγε φτωχή πολύ περισσότερο με τρύπια ρούχα.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010



Θεογκόμενα Β. Αμερική


Μάζες εξαθλιωμένων που οργώνουν τους παλιόδρομους του πλανήτη.
Με γυμνή φτέρνα περνάνε μπροστά από το άγαλμα της ελευθερίας.
Χαμένοι, υγροποιημένοι μέσα στο κορμί του Φρίσκο,
μαρσάροντας κάτω από τα μπούτια της γκόμενας Β. Αμερικής
πυροδοτώντας το μηχανισμό της σχιζοφρενικής της μήτρας.
Μάζες εξαθλιωμένων με το χνώτο της πείνας
ξεχασμένο για πάντα στο λαρύγγι, αφήνοντας την μυρουδιά του
πάνω στο μελαψό δέρμα της αγοραπωλησίας τους.
Κατασκηνώνουν, κατασκηνώνουν
κάτω από την τροχαία των δορυφόρων.
Κάτω από το βλέμμα του πολιτισμού
μέσα σε ντενεκεδένιους τοίχους της Τεξάκο και της Β.P
περιμένοντας την εξωτερική βοήθεια.
Μάζες εξαθλιωμένων πάνω στα πατώματα της βιομηχανίας
μέσα σε οικουμενικά ωράρια εργασίας
κουβαλώντας την παραγωγή κάτω από τα μπούτια της θεογκόμενας Β. Αμερικής
Εξαθλιωμένοι καβάλα στην αμαξάρα του μέλλοντος.
Πτώματα της ευημερίας
που περνούν τον πρωινό τους
μπροστά στον ελεγκτή υγείας.
Που κρύβονται πίσω από το άγαλμα της ελευθερίας,
με ρεβόλβερ σημαδεύουν την ανία
μέσα στους δρόμους
κάτω από τα μπούτια της θεογκόμενας Β. Αμερικής

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010


Ανάλαφρη σαν πούπουλο

Το δωμάτιο είχε ένα παράθυρο που έβλεπες το λιμανάκι. Από αυτό το παράθυρο, το πέλαγος άνοιγε την απεραντοσύνη του μπροστά στα μάτια μου και εκείνα χάνονταν μέσα σε αυτό. Οι ακτίνες του ήλιου αντανακλούσαν πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας και ορμούσαν στο χώρο βαφοντάς τον με ανταύγειες θαλασσιές Μπορούσα να καθίσω ώρες μπροστά σε αυτό το παράθυρο μαγεμένη από την απεραντοσύνη του νερού. Να παρακολουθώ όλα τα χρώματα με τα οποία βάφει το νερό το λιόγερμα. Μαγεμένη όμως κάθισα στο κρεβάτι και άπλωσα τα χέρια μου προς το μέρος του. Εκείνος στάθηκε απέναντι και με κοίταξε πίσω από τα γυαλιά ηλίου. Το θυμάμαι σαν να είναι σήμερα και θα την θυμάμαι για πάντα. Ήμουν τόσο χαλαρή, τόσο εύπλαστη, ευτυχισμένη που συγχρόνως αισθανόμουν ανάλαφρη σαν πούπουλο που θα το πάρει ο καλοκαιρινός αέρας μακριά πάνω από το πέλαγος Και έκλεισα τα μάτια και έγινα πιο ελαφριά μέσα στα χέρια του. Πάντα αυτό γινόμουν μέσα σε αυτά, ένα πούπουλο που τριβόταν πάνω στο δέρμα του.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010


Knockin' on Heavens' Door



Μαμά, πάρε αυτό το διακριτικό από εμένα
δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω άλλο
σκοτεινίαζει, πολύ σκοτάδι για να δεις
αισθάνομαι πως χτυπάω στην πόρτα του ουρανού.


Χτυπώ χτυπώ χτυπώντας την πόρτα του ουρανού


Μαμά, βάλε τα όπλα μου στο έδαφος
δεν μπορώ να πυροβολώ άλλο
αυτό το κρύο μαύρο σύννεφο έρχεται κάτω
αισθάνομαι πως χτυπάω στην πόρτα του ουρανού.

Χτυπώ χτυπώ χτυπώντας την πόρτα του ουρανού


Bob Dylan (1941-...)----------------------------------------------
23/6/ 1941: Γεννιέται ο Μπομπ Ντίλαν, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ρόμπερτ Άλεν Ζίμερμαν, φιλειρηνιστής, συνθέτης και στιχουργός που άλλαξε την ιστορία της αμερικανικής φολκ μουσικής

πηγή: "Ενα ποιήμα την ημέρα"

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010





Η βροχή του Μαίου

Η βροχή του Μαίου
ξεπλένει τους δρόμους, έξω από το σπίτι που μένει ο Μπάμπης. Ο Μπάμπης με το κορμί αφημένο στην πολυθρόνα του, να κοιτάει το νερό που κυλούσε στα τσάμια, που γάζωνε τα φύλλα των δένδρων και λυγούσε τα κλαριά τους κάτω από τα φώτα της βεράντας. Πόσα χρόνια θα ζούσε ακόμα για να ακούει μπουμπουνητά για να βλέπει τα δένδρα να λυγίζουν από την μαγιάτικη βροχή; Πέντε χρόνια, εφτά, και πως θα είναι αυτά τα χρόνια με τις οργανικές λειτουργίες να μειώνονται συνεχώς.

Η βροχή του Μαΐου
ξεπλένει τους δρόμους, τα παπούτσια του γίνανε μούσκεμα, παντού ποτάμια νερού, καταρράκτες πάνω από το κεφάλι του, κάθεται κάτω από μια μαρκίζα και περιμένει, να κοπάσει η καταιγίδα. Kάτι πετάριζε μέσα του και ξαναβγήκε το χαμόγελό της μπροστά του, μετά το πρόσωπό της γεμάτο από σταγόνες βροχής, τα χείλια της. Κτύπησε το κινητό ήταν αυτή. “Έφτασᨔ του είπε “ Εγώ είμαι ακινητοποιημένος, από παντού τρέχουν νερά” της φώναξε χαρούμενος. Μπουμπουνητά δεν την ακούει, η σύνδεση χάνεται.

Η Βροχή του Μαΐου
Ξεπλένει τους δρόμους, τους κοιτάζει από το τζάμι της κουζίνας. Τα παιδιά έχουν κοιμηθεί εκείνος, όπως πάντα δεν έχει γυρίσει ακόμα. Η βροχή κτυπά τα τσάμια, mπουμπουνητά. Θα του το πει, δεν πάει άλλο, πάει ένας χρόνος που υπομένει. Αυτό που είχανε παλιά έχει πετάξει και αυτός δεν καταλαβαίνει τίποτα. Δεν τον πλησιάζει πια, η ερωτική τους σχέση έχει γίνει ένα κουρέλι. Σκέφτεται τον άλλον, τα μάτια του την διαπερνούν, την κάνουν να νιώσει γυναίκα, κάτι που είχε χρόνια να το αισθανθεί με τον άντρα της. Και τα παιδιά........;;

Η βροχή του Μαίου
Ξεπλένει τους δρόμους , πάνω τους κυλάει βαρύ το αυτοκίνητο του και μέσα του αυτός στο τιμόνι, με τον πανικό να φωλιάζει κάτω από το στήθος, εδώ και είκοσι λεπτά και κανείς δεν ξέρει πόσο χρόνο θα μείνει.”Τον μαλάκα”, σκέφτηκε “πως δεν το πείρα χαμπάρι, που ήμουν και δεν μπόρεσα να καταλάβω ότι κάτι είχε αλλάξει στην συμπεριφορά του παιδιού μου. Και η μάνα του, τι η μάνα του; Αφού δεν το είχα καταλάβει εγώ, θα το είχε καταλάβει εκείνη”. Εκείνη έκανε σαν τρελή όταν άκουσε ότι ο γιος της ήταν στο τμήμα υπό κράτηση, γι αυτό και εκείνος αρνήθηκε να την πάρει μαζί του. Ήθελε να πάει μόνος του να σκεφτεί λιγάκι, άλλωστε αυτή ήταν μια δουλειά μεταξύ αντρών.

πίνακας; Paul Corneyer

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010


Το οπτικό και το υπεροπτικό της σύγχρονης τέχνης

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΤΙΔΗΣ

Σ την ιστορική εξέλιξη του ύφους τη Μοντέρνα τέχνη (περίπου 1860-1960) έχει διαδεχθεί εδώ και δεκαετίες η Σύγχρονη τέχνη με τις διάφορες τάσεις της. Ο όρος, αν και εκκρεμής, αναφέρεται σε συγκεκριμένο ρεύμα, το κυρίαρχο, που με τα ειδικά χαρακτηριστικά του καθιστά τη σημερινή τέχνη ξεχωριστή ταξινομική κατηγορία. Ωστε ο χρονολογικός παράγοντας δεν είναι αρκετός για να χαρακτηριστεί ένα έργο «της Σύγχρονης τέχνης». Αν ένας καλλιτέχνης ζωγραφίζει σήμερα όπως ο Βαν Γκοχ ή ο Σεζάν ή ο Πικάσο ή ο Ματίς κ.ο.κ., βρίσκεται στο περιθώριο της έρευνας και η αγοραστική αξία των έργων του είναι ασυγκρίτως υποδεέστερη. Αν, αντίθετα, ανήκει σε κάποια τάση της Σύγχρονης τέχνης, τότε μετέχει του μεταμοντέρνου, που ως καλλιτεχνική έκφραση καθιερώθηκε αυτόματα, χωρίς να περάσει από τις φάσεις που πέρασαν όλα τα μεγάλα στυλ στην παράδοση του Διαφωτισμού (μεταξύ 18ου και 20ού αι.). Χωρίς, δηλαδή, να περάσει, με σκληρό αγώνα καλλιτεχνών και θεωρητικών, από το στάδιο του περιθωρίου σε εκείνο της επικράτησης. Ετσι συνέβη με τον Ρομαντισμό, τον Ρεαλισμό, τον Ιμπρεσιονισμό, τον Κυβισμό και την Αφαίρεση, για να σταθώ σε μερικά μόνον από τα μεγάλα στυλ της εποχής του Διαφωτισμού. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε για ειδικούς ιστορικούς λόγους το παλαιότερο όλων, ο Νεοκλασικισμός (τελευταίες δεκαετίες του 18ου - αρχικές του 19ου), στυλ το οποίο καθιερώθηκε το ίδιο αυτόματα. Το κοινό αυτό γνώρισμα της άμεσης καθιέρωσης Νεοκλασικισμού και Μεταμοντερνισμού δημιουργεί το ερώτημα σε τι οφείλεται αυτή η άνετη επικράτηση.

Και στις δύο περιπτώσεις αποφασιστική σημασία είχε η ευρεία διάδοση θεωριών που ανέτρεπαν τη γνωσιολογική τάξη της εποχής και καθιέρωναν μια νέα δομή των επιστημών, φυσικών και ανθρωπιστικών. Οι θεωρίες εκείνες συγκρότησαν ένα έδαφος πρόδρομης στήριξης της καλλιτεχνικής έκφρασης. Στην περίπτωση του Νεοκλασικισμού αυτή η στήριξη προοικονομήθηκε από το ταξινομικό σύστημα του Διαφωτισμού που επέβαλε την κατανομή της έρευνας σε αυστηρά οριοθετημένους επιστημονικούς κλάδους με αποτέλεσμα τη μετατόπιση από τον πανεπιστήμονα του αναγεννησιακού παραδείγματος στον ειδικό επιστήμονα, θεράποντα ενός και μόνον κλάδου της γνώσης.

Για λόγους που ανάγονται στη γενική ιστορία (παρακμή του αυτοκρατορικού μοντέλου διακυβέρνησης και ενδυνάμωση των εθνικών συνειδήσεων με κατάληξη τη δημιουργία εθνικών κρατών στον 19ο αι.) ο Νεοκλασικισμός είχε άμεση επιβολή επειδή αποτέλεσε την έκφραση στην τέχνη εννοιών όπως η φιλοπατρία, η ανδρεία, η δικαιοσύνη, η πολιτική αρετή. Τα υπόλοιπα μεγάλα στυλ, αν και περιείχαν όλα το ταξινομικό σύστημα του Διαφωτισμού, υποχρεώθηκαν, πάλι μέσα από ιστορικές συγκυρίες, να αγωνιστούν για την επικράτησή τους. Την επικράτηση διεκδικούσαν μέσα από την αποδέσμευση των τεχνών (αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και ζωγραφικής) από τη συνεκτική διαπλοκή τους που αποτελούσε παρακαταθήκη του αναγεννησιακού ολιστικού παραδείγματος για να φτάσουμε, με τη Μοντέρνα τέχνη του 20ού αιώνα, στην πλήρη αυτονομία τους.

Στην περίπτωση του Μεταμοντερνισμού η πρόδρομη στήριξη παρασχέθηκε από τον θεωρητικό λόγο που νομιμοποιώντας την υποκειμενική εκτίμηση τέχνης και λογοτεχνίας έναντι κάθε λογής κανόνα, προπάντων του αισθητικού, καταργούσε στην πράξη τις διαιρέσεις και τα όρια μεταξύ των ειδών στις τέχνες, αφού τα είδη και οι οριοθετήσεις τους προέκυπταν από την αποδοχή και εφαρμογή κανόνων. Ολες οι μεταστρουκτουραλιστικές θεωρίες (μεταξύ άλλων η Σημειολογία, η Αποδόμηση και η θεωρία της Υποδοχής/Πρόσληψης) θεώρησαν την αισθητική ανάθεμα, σαρώνοντας, με τον τρόπο της η καθεμιά, κριτήρια και προαπαιτούμενα. Αλλη λιγότερο και άλλη περισσότερο εξέθρεψαν την πεποίθηση για τον θάνατο του συγγραφέα/καλλιτέχνη και την ανάδειξη του αναγνώστη/θεατή σε αντικείμενο της μελέτης που μπορεί να οδηγήσει στα χαρακτηριστικά του έργου. Το έργο, λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό, περιήλθε στην κατάσταση μιας ευμετάβλητης πρώτης ύλης ανοιχτής σε ερμηνείες, προπάντων όμως σε μεταπλάσεις που αποσυνδέθηκαν από τις προθέσεις του δημιουργού. Εγινε «ένα σύνολο από σχήματα ή γενικές κατευθύνσεις που ο αναγνώστης/θεατής οφείλει να πραγματοποιήσει», σύμφωνα με τον Ινγκαρτεν. H κατάργηση κριτηρίων και κανόνων, επομένως και των ορίων ανάμεσα στα είδη των τεχνών, ήταν ένα φυσικό συνεπαγόμενο μιας τέτοιας θεωρητικής αφετηρίας.

Ερωτήματα του τύπου «είναι αυτό λογοτεχνία, είναι αυτό τέχνη;» μετέπεσαν στην κατηγορία θεολογικού ζητήματος στο οποίο δεν υπάρχει αμάχητη απάντηση. Σε αυτή τη μετάπτωση συντέλεσε και η πρόοδος των επιστημών του μικρόκοσμου και του μεγάκοσμου, οι οποίες για τον αντιληπτικό μηχανισμό του ανθρώπου ισοδυναμούν με μεταφυσικές, ποιητικές αφηγήσεις, όπως οι θεολογικές: με μεταφυσικό τρόπο «γνωρίζουμε» ότι υπάρχει Ανάσταση, Παράδεισος, Κόλαση κ.ο.κ., με επιστημονικό «γνωρίζουμε» ότι υπάρχει τάξη μεγέθους όπως ένα εκατομμυριοστό του χιλιοστού ή ένα εκατομμύριο έτη φωτός. Το τι αντιλαμβάνεται ο καθένας από αυτού του είδους τη γνώση είναι τελικά προσωπική του υπόθεση, στην οποία πάντως οι αντιληπτικές μας ικανότητες δεν παίζουν ρόλο.

Κάπως έτσι στο πεδίο της καλλιτεχνικής δημιουργίας έφτασε η έννοια (concept) να αναχθεί σε απόλυτο στοιχείο της μορφής. Και ενώ ακόμη τα βιβλία που έχουν λευκές σελίδες τα ονομάζουμε τετράδια ή σημειωματάρια και τα αγοράζουμε ως τέτοια, στην περιοχή της τέχνης εδώ και δεκαετίες εξετάζουμε και αγοράζουμε τα αντίστοιχά τους ως καλλιτεχνήματα. Βλέπουμε λ.χ. την άδεια αίθουσα εκθέσεων να αποτελεί το έκθεμα ή χαρτάκια από μπλοκ σημειώσεων να είναι κολλημένα στον τοίχο με λέξεις ή φράσεις που ονοματίζουν την έννοια χωρίς να τη μορφοποιούν (π.χ., Ο Οδυσσέας σε ακτή) ή/και μερικά σκουπίδια στο πάτωμα ή ένα σωρό σοκολατάκια που ο θεατής καλείται να καταναλώσει και εν συνεχεία ανανεώνονται (έννοια: το βάρος του καλλιτέχνη σε σοκολατάκια και η μετατοπισμένη ανθρωποφαγία από την κατανάλωσή τους ή, για τους θεολογικά σκεπτόμενους, Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα).

Αυτή η τάση της Σύγχρονης τέχνης νομιμοποιεί την οπτική τέχνη που γίνεται όχι για να βλέπεται αλλά μόνο για να συζητείται. Επομένως δεν την αδικώ αποκαλώντας την υπεροπτική.
Ο κ. Αντώνης Κωτίδης είναι καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. :
έργο: Μαρούτσιου Κατελάν 2001

Η βία και το ιερό στη μεταπολεμική τέχνη


25/04/2010
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ*

LAURENCE BERTRAD DORLEAC, Η άγρια τάξη. Βία, ανάλωση και ιερό στην τέχνη των δεκαετιών 1950 και 1960, μτφρ. Έλενα Αναστασάκη, εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 378

Το μολυσμένο αίμα, το φαγωμένο κορμί, η καμένη σάρκα, το πνιγμένο γέλιο, το ακέφαλο σώμα, η σπασμένη στο ξύλο φροντίδα. Δεν υπάρχουν και πολλά για να ωραιοποιήσει κανείς. Άθροισμα απωλειών. Ο λογαριασμός βία.
Günter Grass, Ο Μπουτ το ψάρι

Οι βγαλμένες από έργο του Goya φράσεις του Grass αποδίδουν εύστοχα και άμεσα εκείνο το υπόλοιπο, το «καταραμένο απόθεμα», μιας δυσάρεστα βιωμένης πραγματικότητας, όπως αυτής που προέκυψε από τις φρικαλεότητες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων του 20ού αιώνα. Ωστόσο, καταγράφοντας αποσπασματικά, αλλά εξόχως «αισθητικά» ένα τραυματικό προηγούμενο, εκφράζουν μιαν άρνηση αναστοχασμού και έλλογης επανεξέτασης τραγικών γεγονότων· αλλά και μια κατάφαση στο να αναζητήσουν αλλού, πέρα από τη διερεύνηση των αντικειμενικών συνθηκών που οδήγησαν σε αυτά, την υποκειμενική και συλλογική εξιλέωση και κατευνασμό θυτών και θυμάτων. Με άλλα λόγια, το «μολυσμένο αίμα», το «φαγωμένο κορμί», η «καμένη σάρκα», το «πνιγμένο γέλιο», το «ακέφαλο σώμα» και η «σπασμένη στο ξύλο φροντίδα» σαν εικονικά θραύσματα του θυμικού, δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να τιτλοφορούν εικόνες μνήμης που καταγράφονται ως έκβαση ενός, από κάθε πλευρά, οντολογικά καθοριστικού συμβάντος.


Οι εικόνες που δημιουργούν οι φράσεις αυτές στην αποσπασματικότητά τους, απoτέλεσαν πρώτη ύλη για μιαν ολόκληρη σειρά καλλιτεχνών, που δραστηριοποιήθηκαν τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, κυρίως σε χώρες που έφεραν την ενοχή των πολέμων, όπως η Αυστρία, η Γερμανία και η Ιαπωνία, αλλά και σε αυτές που διατήρησαν τα σκήπτρα ενός παγκόσμιου καλλιτεχνικού κέντρου, όπως η Γαλλία και το Παρίσι, ή οι «ανερχόμενες» πολιτιστικά Η.Π.Α. Στον πρόλογο του βιβλίου της Dorléac, η συνάδελφός της ιστορικός τέχνης Νίκη Λοϊζίδη διερωτάται τελικά, κατά πόσο η εμφάνιση «σημείων βίας» και «ζοφερού χαρακτήρα τελετουργιών» σε πλείστες καλλιτεχνικές εκφάνσεις τη δεκαετία του 1950 και του 1960 οφείλονται στο προηγούμενο του τρόμου και του ζόφου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στα τραύματα που αυτός άφησε, ή προέκυψαν ως αντίδραση στη φαινομενική ευμάρεια των «Χρυσών Χρόνων» του μεταπολεμικού δυτικού κόσμου. Το αμφίρροπο αυτό ερώτημα σχηματίζει το χώρο, τον οποίο αποπειράται να χαρτογραφήσει η Dorléac.
Στην πραγματικότητα, ο χώρος αυτός κατοικείται από όλες σχεδόν τις καλλιτεχνικές πρακτικές των ετών εκείνων, τα οποία επιχειρεί να επιβλέψει η συγγραφέας. Μια ιδέα της βίας κρύβεται πίσω από κάθε σχετική δραστηριότητα, είτε αυτή συνδιαλέγεται μαζί της, είτε την καθιστά αναπόσπαστο μέρος και περιεχόμενό της. Η Dorléac στέκεται περισσότερο στη δεύτερη κατηγορία: εκείνη των καλλιτεχνικών επιτελέσεων που ενέχουν τη βία ως συστατικό και, συχνά, απαρέγκλιτα αναφορικό πλαίσιο.


Δεν έχει, ίσως, μεγάλη σημασία να απαριθμηθούν εδώ όλες εκείνες οι περιπτώσεις, τις οποίες άλλωστε αναφέρει η Dorléac, ούτε ακόμα να αναφερθούν εκείνες που η συγγραφέας άφησε εκτός του πονήματός της. Έχει όμως κάποια σημασία να μνημονευτεί το χαρακτηριστικότερο, τουλάχιστον κατά τη γνώμη του υπογράφοντος, παράδειγμα: αυτό των αυστριακών «αξιονιστών», της «Βιενέζικης Ομάδας Δράσης», όπως επίσης ονομαζόταν η ομάδα που ίδρυσαν οι Otto Muehl, Hermann Nitsch και Günter Brus. Κληρονόμοι της αφανισμένης από τον φασισμό πρωτοπορίας -κυρίως του κεντροευρωπαϊκού εξπρεσιονισμού- και σε διαλείποντα διάλογο με τα σύγχρονά τους καλλιτεχνικά κινήματα της άλλης όχθης του Ατλαντικού και την ψυχανάλυση, απέδρασαν από το ασφυκτικό για αυτούς πλαίσιο της ζωγραφικής επιφάνειας και διαδικασίας στη σωματικοποίση, τη χωρικοποίησή και τη βεβήλωσή του. Διοργάνωσαν βίαια τελετουργικά, στα οποία ανθρώπινα σώματα ανακατεύονται με αίμα, κουφάρια ζώων, περιττώματα και ουρλιαχτά σε ένα σκηνικό που θυμίζει ιερό θυσίας, εξορκισμού και αυτοκάθαρσης από ένα βιωμένο βασανιστικό ιστορικό προηγούμενο. Αν κάτι λανθάνει στις δράσεις αυτές, τούτο είναι η πίστη σε ένα αμόλυντο παρελθόν, σε ένα πριν από ό, τι βασανίζει τη σκέψη. Η βία για τους βιεννέζους καλλιτέχνες είναι ένα στοιχείο το οποίο έχει εισχωρήσει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, άρα και στην τέχνη. Σε κάποιες από αυτές τις δράσεις, για παράδειγμα, ο Otto Muehl ουρλιάζει, ανακινεί μπουκάλια μπύρας και περιλούζει με το περιεχόμενό τους θεατές, μαστιγώνει ένα μασκοφόρο ποιητή που απαγγέλει αποσπάσματα από πορνογραφικά μυθιστορήματα, κομματιάζει ζώα, αφοδεύει και επιδίδεται με τα μέλη της ομάδας του σε σεξουαλικές πράξεις (η συμμετοχή του καλλιτέχνη στην ταινία Sweet Movie του Dušan Makavejev μεταφέρει μιαν αίσθηση των εν λόγω δράσεων). Ο Günter Brus αφοδεύει όρθιος στο χέρι του τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο της Αυστρίας πάνω σε ένα τραπέζι συνεδρίασης, κατά τη διάρκεια μιας ακατάληπτης παρουσίασης για την πληροφορική από τον θεωρητικό του κινήματος Oswald Wiener, ενώ ο Hermann Nitsch, επηρεασμένος κατά πολύ από αρχέγονες χριστιανικές τελετές, υποδύεται τον ψευδο-ιερέα στις συχνά πολυήμερες δράσεις του, όπου σωματικές εκκρίσεις και διάφορα καταναλωτικά αγαθά εμπλέκονται σε ένα καλλιτεχνικό μυστήριο που στοχεύει στην υλοποίηση ενός νιτσεϊκού ολικού έργου τέχνης.


Οι αυστριακοί καλλιτέχνες της Ομάδας Δράσης θα βρεθούν πολλές φορές αντιμέτωποι με το νόμο. Ασφαλώς, οι επιτελέσεις τους δεν αποτελούν το μοναδικό παράδειγμα συμπερίληψης ψηγμάτων βίας, ανάλωσης και ιερού, αλλά σίγουρα το χαρακτηριστικότερο. Ο συνδυασμός αρχέγονων μορφών ζωής, παραθρησκευτικών τελετουργικών επίκλησης καλά κρυμμένων δημιουργικών δυνάμεων και αντικειμένων- προϊόντων της ακμάζουσας μεταπολεμικής περιόδου παρουσιάσει εύγλωττα -όσο και με τραχύτητα- τον διχασμένο σύγχρονό άνθρωπο, που συνθλίβεται ανάμεσα σε ένα επιβαρυμένο παρελθόν και στο απατηλά ευνοϊκό παρόν και αισιόδοξο μέλλον της καπιταλιστικής ανοικοδόμησης, εξεικονισμένο βίαια μέσα από καταστροφές, προκλήσεις και παραμορφώσεις.


Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς την «κληρονομιά» που άφησε η τέχνη των δεκαετιών αυτών. Στον αντίποδα όλων τούτων βρίσκεται ένα άλλο μεγάλο κομμάτι της τότε καλλιτεχνικής παραγωγής, που έμοιαζε να αδιαφορεί για οτιδήποτε σχετικό με όψεις της βίας, που, έμμεσα ή άμεσα, κατέτρεχαν την εν λόγω εποχή. Οι καλλιτέχνες της pop art, για παράδειγμα, υιοθέτησαν την φαινομενική ιλαρότητα εκείνης της ιδιαίτερα καταναλωτικής φάσης του καπιταλισμού, που βρισκόταν στην ακμή της τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Η Dorléac συνοψίζει στον επίλογό της τη διάδοχη κατάσταση μέσα από τις μετατοπίσεις που, σε γενικές γραμμές, αποτυπώθηκαν στην τέχνη των επόμενων δεκαετιών. Έτσι λοιπόν σημειώνει τη στροφή στην «εσωτερικότητα» και τον «ενεστωτισμό», την κατάφαση με άλλα λόγια σε μια «τέχνη για την τέχνη» μακριά από κάθε είδους στράτευση, ως νοσταλγική -όσο και «αμήχανη»- αναβίωση της πρωτοπορίας. Η έμφαση στην επικοινωνία, σε μία αφελή δημιουργικότητα, η εκπλήρωση, η αφομοίωση και, τελικά, παγίωση των χειραφετητικών αιτημάτων μέσα από τους θεσμούς, η αποθέωση της αγοράς, η παντοδυναμία του θεατή ως φορέα ενός λανθάνοντος αντιδιανοουμενισμού, η εισβολή των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η καθολικοποίηση του θεάματος αποτέλεσαν συμπτώματα κόπωσης από τη διάθεση για συνεχή καλλιτεχνική επανάσταση.


Ωστόσο η βία δεν έπαψε να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της σύγχρονης τέχνης, έστω και λαμβάνοντας άλλη μορφή, περισσότερο ενεστωτική, προσωπική και υπαρξιακή. Ο Paul Virilio, σε κάποια συζήτησή του με τον ιταλό καλλιτέχνη Enrico Baj, αξιώνει πως «ξεκινώντας από τον 20 αιώνα η τάση αντιστρέφεται και η σχέση με την αισθητική αλλάζει εντελώς: θριαμβεύει η απώθηση σε βάρος της γοητείας, η αποστροφή σε βάρος της έλξης, κι αυτό παραπέμπει στο φόβο, στον τρόμο. Περνάμε λοιπόν στην αισθητική της απώθησης. (...) Οι καλλιτέχνες ήταν τα προφητικά θύματα που προανήγγειλαν τους κατακλυσμούς του Άουσβιτς, της Χιροσίμα και, στη συνέχεια, την ισορροπία του τρόμου, δηλαδή την εποχή κατά την οποία η δυτική κουλτούρα γίνεται μια κουλτούρα του θανάτου» (Συζήτηση για τον τρόμο στην τέχνη, μτφρ. Π. Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα). Θα έλεγε κανείς εδώ, πως η «απώθηση», η «αποστροφή», ο «τρόμος» ή ο θάνατος διατρέχουν την ιστορία της τέχνης και δεν αποτελούν σημεία του 20ου αιώνα. Αρκεί να θυμηθούμε τον Ιερώνυμο Μπος ή τις ωμές απεικονίσεις του πολέμου στον Goya. Αν κάτι αλλάζει αυτό είναι η προέλευση του φόβου. Ενώ η θεία δίκη επικρέμεται πάνω από τις ανθρώπινες πράξεις του μακρινού παρελθόντος, ο ίδιος ο άνθρωπος είναι αυτός που πλέον αποτελεί πηγή του ζόφου. Οι δράσεις των δεκαετιών στις οποίες αναφέρεται η Dorléac, θέτουν στο επίκεντρο την ανθρώπινη απόφαση, το ανθρώπινο σώμα και μυαλό, αυτό που πρέπει και πάλι τώρα να καθαγιαστεί και να θυσιαστεί, αν όχι να βασανιστεί κατά τα πρότυπα της κτηνωδίας των ανθρωπίνων πολέμων. Είναι δεδομένο πως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις καλλιτεχνικές δράσεις, όπως αυτές των βιεννέζων αξιονιστών, την επικαιροποίηση του σώματος, έξω από το πλαίσιο των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Είναι όμως επίσης δεδομένο πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τέτοιες καλλιτεχνικές πράξεις, παρά μόνο ως έκπτωση από την προηγούμενη θρησκευτική αναφορά. Δεν είναι τυχαία η σημερινή επιστροφή διαφόρων μορφών παρα- θρησκευτικότητας, πολυθεϊσμού, μεταφυσικής και φετιχισμού στις δυτικές κοινωνίες. Οι καλλιτέχνες συχνά επέλεξαν να αναλάβουν το ρόλο του τσαρλατάνου ψευδοϊερέα ή του κλόουν προφήτη. Μένει και πάλι να αποδειχτεί κατά πόσο τέτοιες μορφές τέχνης ήταν και είναι ικανές να επιτελέσουν την καθαρτήρια λειτουργία απόσπασης από το πραγματικό και αντιπαράθεσης με αυτό, όπως ευαγγελίζονται οι δρώντες και οι θιασώτες της. Αυτό, άλλωστε, δεν ήταν ανέκαθεν το προνομιακό πεδίο της τέχνης;

*Ο Κώστας Χριστόπουλος είναι εικαστικός καλλιτέχνης http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=538426

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010



Η ανθρωπότητα όλη είναι φτιαγμένη από ξεχωριστές περιπτώσεις, η ζωή γεννά τις διαφορές, ακόμη και όταν γίνεται “ρεπροντιξιόν” το αντίγραφο δεν είναι ποτέ σωστό. Κάθε άνθρωπος, χωρίς καμία εξαίρεση, διαθέτει μια σύνθετη ταυτότητα, αρκεί να θέσει στον εαυτό του κάποιες ερωτήσεις για να βγάλει στο φως τις ξεχασμένες του ρωγμές, διακλαδώσεις που δεν τις έχει υποψιαστεί και ανακαλύψει πως ο εαυτός του είναι
σύνθετος, μοναδικός αναντικατάστατος.

Αμίν Μααλούφ: Οι φονικές ταυτότητες
πίνακας: Jackson Pollock

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010


Πρώτη του Μάη

Βγες έξω, σύντροφε! Ρίσκαρε

Τη δεκάρα, που ούτε δεκάρα πια δεν είναι Τον τόπο για ύπνο που πάνω του πέφτει η βροχή Και της δουλιάς τη θέση που αύριο θα χάσεις!

Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου!

Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ! Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας:


Κάνε πράξη την αλληλεγγύη!
Βγες έξω, σύντροφε, αντιμέτωπος με τα όπλα και Διεκδίκησε το μεροκάματό σου! Σαν ξέρεις πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις Όπλα αρκετά οι αστυνόμοι τους δεν έχουν!


Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου! Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ! Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας: Κάνε πράξη Την αλληλεγγύη!

Bertolt Brecht, "Το τραγούδι της απεργίας" (1929-1930) μετάφραση Νάντια Βαλαβάνη

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010



Ο οικουμενικός σκουπιδότοπος


Κοσμικές εξατμίσεις αζώτου, φωσφόρου.
Μπουκάλες οξυγόνου, πλαστικές σακούλες,
εισπνοές και βηξίματα
που οδηγούν σε εγκεφαλικό σύνδρομο.
Εσωτερικές εκρήξεις
κομμάτια συναισθημάτων φόβου,
που ξαπλώνουν πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο
Τρύπες από πετούμενα μαζεύουν την υγρασία του δρόμου.
Ο ρυθμός ξεχειλώνει τις κινήσεις μέσα στην στολή τους.

Και να το θύμα!

Απρόσωπο στα σκαλοπάτια του οικουμενικού σκουπιδότοπου,
χωμένο στο κολάρο του 21 αιώνα,
ανεβαίνει στην οθόνη της επικαιρότητας

Και να το θύμα!

Κουρασμένο, σηκώνει την ομίχλη στον κερατοειδή χιτώνα.
Δίπλα του,
το ικριώματα,
τα παραπήγματα ζωής.
Παραπήγματα μέσα στις λάσπες της οικονομίας,
ρουφηγμένα από τις διεθνείς κάμερες πληροφορίας,
Παραπήγματα αιχμάλωτα μέσα στο γυαλί.

Χαμογελαστοί παρουσιαστές του οικουμενικού σκουπιδότοπου στις θέσεις σας!.

Οι πληροφορίες μασάνε το δέρμα του αυτιού.
Το θύμα κοιτά γύρω του σαστισμένο.
Η τελευταία κονσέρβα άφησε το κουτί της,
να το πάρει ο άνεμος και η σκόνη.

Οικονομικά μυαλά βυζαίνουν και βυζαίνονται από το πλήθος.
Χαμογελαστοί
οικονομικοί μπαμπάδες
με κανιβαλικές διαθέσεις,
βρίσκουν τον θυμό μόνο του μέσα στις ερειπωμένες κάμαρες
πάνω στον οικουμενικό σκουπιδότοπο.

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010



Εικόνα από παράθυρο νοσοκομείου


Μια στενόμακρη λακκούβα παρεμβάλλεται στην τραχιά άσφαλτο σαν μια φανταστική πατημασιά ξέχειλη από υδράργυρο, μια τρύπα σαν πέταλο από όπου μπορείς να δεις τον ουρανό του κάτω κόσμου. ολόγυρα, καθώς την παρατηρώ μαύρα πλοκάμια υγρασίας απλώνονται και μερικά γκριζοκίτρινα ξεθωριασμένα φύλλα έχουν κολλήσει. Έχουν πνιγεί, θα έλεγα, πολύ πριν η λακκούβα συρρικνωθεί στο τωρινό της σχήμα.
Την καλύπτει σκιά κι όμως περικλείει ένα μικρό δείγμα του περίλαμπρου τοπίου με τα δένδρα και τα δύο σπίτια. Πρόσεξε καλύτερα. Ναι αντανακλά ένα κομμάτι του χλομού γαλάζιου ουρανού- γλυκιά παπαδίστικη απόχρωση του γαλάζιου- γεύση από γάλα στα χείλη μου: είχα μια κούπα με αυτό το χρώμα πριν από τριάντα πέντε χρόνια. Αντανακλά και ένα μικρό κουβάρι γυμνά κλαδιά, το καστανό κοίλωμα ενός εύρωστου κλώνου κομμένου σύριζα και μια αστραφτερή κιτρινωπή λουρίδα Σου ξέφυγε σε εσένα ανήκει, κίτρινο σπίτι που λιώνεις κάτω από το φως του ήλιου.
Καθώς το αγέρι του Νοέμβρη αρχίζει εκείνα τα τρελά ψυχρά ξεσπάσματα του, ένας μικρός στρόβιλος από κύματα ρυτιδώνει την στιλπνή επιφάνεια της. Δυο φύλλα με τρεις γλώσσες το καθένα, σαν δυο λουόμενοι με τρία πόδια που τρέχουν τρέμοντας να παραβγούν στο κολύμπι, φθάνουν με φόρα ως το κέντρο ακριβώς, όπου ξαφνικά επιβραδύνουν και μένουν να επιπλέουν ανάσκελα. Είκοσι λεπτά μετά τις τέσσερις. Εικόνα από το παράθυρο νοσοκομείου.


Vlandimir Nabokov: Επικίνδυνη στροφή
πίνακας: Claude Monet

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010



Το τυλιγμένο σκοτάδι


Στο μαγικό κέλυφος, τυλιγμένο το σκοτάδι αφήνει τις ανταύγειες του, να διασπασθούν κάτω από το δέρμα του στήθους, σε μικρά κομματάκια καθρέφτη με τα απομεινάρια ενός θεϊκού χαμόγελου στην άκρη του πεζοδρόμου του ουρανού. Ένας διαβάτης κυνηγάει την σκιά του στους τέσσερις γωνίες του ορίζοντα. Η σκιά , με γερασμένη κίνηση προσπαθεί να σταθεί πάνω τον δρόμο, να αρπαχτεί από αυτό που ήξερε, από αυτό που θυμόταν από τον εαυτό της. Τα φώτα του δρόμου με θολά νερά την ποτίζουν κάνοντας τις κινήσεις της αβέβαιες, κάνοντας τα μεθυσμένα κομμάτια του σκοταδιού της να απλώνονται πάνω στο πλακόστρωτο και να χάνονται κυνηγημένα, και μετά να ξαναμαζεύονται στην επόμενη θολή νησίδα, για να ποτίσουν ξανά την ύπαρξή τους με φώς. Το τυλιγμένο σκοτάδι παραμονεύει τριγύρω.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010




ΜΗΔΕΙΑ

ΜΗΔΕΙΑ – ακούω την οργή μου! Τι γλύκα! Ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Ονειρεύομαι μήπως; Είμαι εγώ, Είμαι η Μήδεια. Δεν είμαι πια εκείνη η γυναίκα, δεμένη στην οσμή του άνδρα, εκείνη η σκύλα που περίμενε ξαπλωμένη. Ντροπή! Ντροπή! Τα μάγουλά μου καίνε. Παραμάνα. Τον περίμενα όλη μέρα με τα πόδια ορθάνοιχτα, να λιώνω...Ταπεινωμένη, δέσμια της μοίρας μου, να δίνω και να πέρνω συνεχώς, με όλο το κορμί μου να καίγεται, να του ανήκει... Έπρεπε να υπακούω, να του χαμογελώ, να στολίζομαι για να του αρέσω. Έπρεπε να του δώσω εκείνο το Χρυσόμαλλο Δέρας που τόσο ήθελε, κι' όλα τα μυστικά του πατέρα μου. Να σκοτώσω τον αδελφό μου για χάρη του. Να τον ακολουθήσω στο έγκλημα, στην φτώχεια για χάρη του, μαζί του. Τα ξέρεις όλα αυτά καλή γυναίκα, Έχεις αγαπήσει.
ΠΑΡΑΜΑΝΑ - Ναι καλή μου.
ΜΗΔΕΙΑ – (Φωνάζοντας) Μίζερη!...Μίζερη! Ήλιε, ήλιε, αν είναι αλήθεια ότι κατάγομαι από εσένα, γιατί με κατάντησες έτσι, μίζερη; Γιατί να γεννηθώ γυναίκα; Γιατί τα στήθη αυτά; Γιατί τόση αδυναμία; Γιατί αυτή η ανοιχτή πληγή στο κέντρο του κορμιού μου; Δεν θα ήταν όμορφο ένα αγόρι με το όνομά μου; Δεν θα ήταν δυνατό; Με κορμί σκληρό σαν πέτρα, πλασμένο να πέρνει και να φεύγει. Κλειστός, ανέπαφος, ολόκληρος, αυτός! Α! Ας ερχόταν τώρα ο Ιάσων με τα στιβαρά του χέρια κι ας τολμούσε να με αγγίξει. Με μαχαίρια η αναμέτρηση τότε κι ο πιο δυνατός θα σκότωνε τον άλλον, θα απελευθερωνόταν. Κι όχι αυτός ο άνισος αγώνας, όπου μόνη μου λαχτάρα ήταν να αγγίξω στους ώμους του, να τον εκλιπαρώ για να γιατρέψει την πληγή στο κέντρο του κορμιού μου. Γυναίκα! Γυναίκα! Σκύλα Σάρκα πλασμένη από λάσπη και πλευρό αντρός! Πουτάνα
ΠΑΡΑΜΆΝΑ – Όχι εσύ, όχι εσύ Μήδεια!
ΜΗΔΕΙΑ - Κι εγώ όπως οι άλλες! Πιο δειλή και πιο ορθάνοιχτη από τις άλλες. Δέκα χρόνια! Δέκα χρόνια μα απόψε τελείωσε γυναίκα, ξανάγινα Μήδεια τι γλυκό που είναι............................................
ΜΗΔΕΙΑ Jean Anouilh
φωτό: Μίνα Χειμώνα στο ρόλο της Μήδειας

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010



Ο μικρούλης μπαίνει στην τουαλέτα. Τώρα έχει μάθει να σκουπίζεται μόνος του, αλλά τις περισσότερες φορές θέλει να τον σκουπίζουν άλλοι. Ο Έλβις κλαίει από το ραδιόφωνο για εποχές που πέρασαν μέσα στο ψέμα. Τα βήματα του κατευθύνονται προς την τουαλέτα. Η πολυκοσμία του μυαλού και η μοναξιά της ψυχής χέρι, χέρι μέσα στο κλαψιάρικο τοπίο του χειμώνα που πλησιάζει.
«Μπαμπά τελείωσα δεν ακούς, έλα να με σκουπίσεις»
Άνθρωποι που κατασκευάζουν το μέλλον απλώνονται στην μέση του σαλονιού, περιτριγυρισμένοι από γυαλί χωρίς να βλέπουν αυτούς που τους βλέπουν, μπουσουλάνε μέσα στο σκοτάδι του μυαλού μας προσπαθώντας να το φωτίσουν, χέζοντας ιστορίες πατριωτική τρέλας και αθανασίας.
Περνάει από μπροστά τους καθώς πηγαίνει προς την τουαλέτα για να σκουπίσει το μικρούλη, καθώς ιστορίες, ιστορίες βουβές που κρύβονται κάτω από το δέρμα του πλήθους, δεν δίνουν σημασία στους κατασκευαστές του μέλλοντος, προσπαθούν να περισώσουν ότι είναι δυνατό από το δικό τους μέλλον.
Ο μικρός βγαίνει από την τουαλέτα και ξαναγυρνάει στα στρατιωτάκια που τον περιμένουν πάνω στο χαλί του σαλονιού. Σκύβει κατανυχτικά από πάνω τους. Πίσω του άνθρωποι που κατασκευάζουν το μέλλον συνεχίζουν το εθνικό -οικονομικό παραλήρημα τους καθισμένοι στα δερμάτινες πολυθρόνες του θεάματος, ξυρισμένοι, μακιγιαρισμένοι, έτοιμοι και ανέντιμοι. Δουλεύοντας σκληρά για ένα κόσμο σκληρό, ένα κόσμο ανελέητο για κάθε άτομο, για κάθε ομάδα ανθρώπων που έχουν στρώσει πλάτη στο οικονομικό μαστίγιο του κάθε διευθυντή, διαχειριστή της ζωής. Οι διευθυντές ζωής δίπλα από το κεφαλάκι του παιδιού του. Το μέλλον το περιμένει, η σκληρότητα το περιμένει, όλα περιμένουν τα αθώα βηματάκια του να ξανοιχτούν στο πέλαγος της ηλικίας.
πίνακας: Πικάσσο

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010



Απογευματινός περίπατος


Λέξεις και πάλι λέξεις που μάταια προσπαθούν να ράψουν τα τοπία που υπάρχουν μέσα μου. Τα ακρογιάλια του ονείρου κατοικούν στο κέντρο των αλλοτινών πόλεων. Οι πλατείες πεταμένες στην ναύλον σακούλα, μεταφέρονται καθώς το σκοτάδι πέφτει απαλά γύρω από το ονειροπαρμένο κορμί της ευτυχίας μου που το έχω αγκαλιάσει, που έχω κρεμαστεί από πάνω του και δεν μπορώ να το αποχωριστώ μέσα στο άξενο των πόλεων, μέσα στο γνώριμο της ψυχής μου. Η σιωπή χαμογελά στη μνήμη των πεζοδρομίων. Όντα βλέπω να ξεπροβάλλουν από μέσα μου, όντα γυμνά με κρυστάλλινα μέλη. Με κινήσεις που είναι δικές μου, χάνονται μέσα στην κυκλοφορία. Ξεχύνονται στους παλιούς δρόμους της νιώτης χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό. Μάταια τρέχω να τα μαζέψω. Ανοίγουν παράθυρα στον λυγδιασμένα ορίζοντα του χθες και βουτάνε μέσα τους. Ακουμπάω στο πρεβάζι τους και βλέπω το παρελθόν να απλώνει την χαρά του. Το μυαλό φρενάρει ψάχνοντας την ενότητα του τοπίου, ψάχνοντας τις ραφές των πραγμάτων πάνω στις οποίες θα κυλίσει το δάκτυλο και θα νιώσει να ακουμπάει το πρεβάζι του κόσμου που τόσο καιρό είχε σταθεί σε αυτή στην άκρη του και δεν το είχε καταλάβει. Τίποτα για το νόημα των πραγμάτων, τίποτα για τα αιωρούμενα αντικείμενα μια νεότητας που κρύβεται στα σκοτεινά συρτάρια της ενηλικίωσης μου. Οι αδέσποτοι περιπατητές μαζεύονται αλλά δεν συναντιούνται ποτέ. Βγάζουν από την σακούλες τις πλατείες, τους μακρινούς δρόμους, τις ήρεμες γέφυρες του κόσμου και τις στρώνουν κάτω από το βηματισμό τους. Φεύγουν επάνω τους για έναν απογευματινό περίπατο.
φωτο: Παρίσι Arnaud Bertrande

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010


Η Γαλάζια απεραντοσύνη

Ήμουν μια σπίθα ζωής στην απεραντοσύνη του κόσμου. Η απεραντοσύνη του και το είναι μου γινόταν ένα. Γίνομαι ένα κομμάτι αυτής της απεραντοσύνης Αρχέγονα πρότυπα σήκωναν τα λάβαρα τους μέσα μου. Πείρα βαθιές ανάσες για να αντέξω αυτή την ένωση με την φύση. Για να υποφέρω αυτή την φυσική κατάσταση που τόσο είχα στερηθεί τρέχοντας μέσα στο τσιμέντο, το γυαλί και την άσφαλτο. Ένιωθα πως τα κουβαλούσα ακόμα μέσα μου και προσπαθούσα να αποδράσω, να βουτηχτώ μέσα στο απέραντο γαλάζιο, στο γαλάζιο χωρίς σύνορα, προσπαθώντας να ξεφύγω από τα όρια του πολιτισμού, από τα όρια της ταυτότητας μου. Πίστευα πως πρέπει να απαλλαχτούμε από αυτά τα διανοητικά σχήματα, από αυτές τις έννοιες και τις σημασίες που μας κάρφωναν καθημερινά στο κρεβάτι του Προκρούστη και να λιώσουμε, να γίνουμε υγροί, ρευστοί και να κυλήσουμε μέσα από την χαραμάδα της πραγματικότητας, να κυλήσουμε σε μια άλλη διάσταση όπου η συνεκτική δύναμη του πολιτισμού δεν θα μπορεί να κρατάει ενωμένα και συμπαγή τα μόρια της ύπαρξης, της ταυτότητας. Και η ταυτότητα να γίνει μικρά κομματάκια βουτηγμένα μέσα στο χρώμα του δειλινού τόσο ώστε να γίνουν αόρατα. Να χαθούν μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Αυτό ήθελα εκείνη την στιγμή και αυτό προσπαθούσα να καταφέρω. Να γίνω ένα τίποτα. Μια μικρή και αδιόρατη νιφάδα της άνοιξης που ερχόταν χαρούμενη προς το μέρος μου. Η γαλήνη, αυτή με έκανε κομματάκια, διάφανες μπαλίτσες που αιωρούνταν στο διάστημα και ο αέρας τις πήγαινε όπου ήθελε. Σαπουνόφουσκες που τις φύσηξε ένα παιδικό στοματάκι και τις παρακολουθούσε κρυφά για να δει που θα πάνε.
φωτο: Κωνσταντίνου

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010



Ανολοκλήρωτες προσπάθειες


Αυτές οι ανολοκλήρωτες προσπάθειες,που βγήκαν από την γωνιά, λες στον εαυτό σου, “κρύψε τες , κρύψε τες τώρα”, πριν φθάσουν οι ατελείωτοι παρεξηγημένοι συνειρμοί, του γιατί, του διότι, του πού, του ποτέ και του αύριο που το σήμερα δεν βλέπουν.
Αυτές οι ανολοκλήρωτες προσπάθειες να σταθείς πάνω στην σκηνή του πεζοδρομίου με επιχειρήματα που αντιστέκονται στην κυκλοφορία, που αντιστέκονται στην άχρονη πραγματικότητα, που γκρινιάζουν στην απέναντι τζαμαρία, είναι τα δικά σου καλλιτεχνήματα, σχήματα ζωής, αραβουργήματα που κεντάν τον απόηχο των κουρασμένων κραυγών, γερασμένων προσώπων που κόβουν το οξυγόνο σε παγάκια μέσα στο χειμώνα και τα πετάνε στα σωθικά σου χωρίς να καταλαβαίνεις τίποτα..
Αυτές τις ανολοκλήρωτες προσπάθειες, κρεμάς στα μάτια των άλλων και χειρονομείς προσπαθώντας να τις σπρώξεις πιο βαθιά μέσα στο βλέμμα τους, σαν να θέλεις να γίνει συνείδηση τους η συνείδησή σου, σαν να θέλεις να σε κρατήσουν για πάντα πάντα μέσα τους για να βρεις ζεστασιά και προστασία. Εικόνες δικές σου να γίνουν δικές τους και εσύ θα γίνεις δική σου με το δάκρυ να κυλάει και να μουσκεύει ένα χαμόγελο που τρέφεται από την υγρασία του.
Αυτές οι ανολοκλήρωτες προσπάθειες, που βγαίνουν δειλά, που φανερώνουν δειλά το χαρούμενο κορμί μιας λύπης, καταλαβαίνεις πως, μόνο μέσα από τους άλλους θα ολοκληρωθούν.

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010



Χέρια με διάφανο δέρμα



Από τότε που μπήκες παρακόρη, μέχρι τότε που η αναπηρία έσπειρε νάρκες γύρω σου, η λάντζα και το σφουγγάρισμα αποτέλεσαν, σε τελική ανάλυση, την επαγγελματική σου δραστηριότητα για 'όλα αυτά τα χρόνια. Σε υγρές ατμόσφαιρες έπλεες σαν καρυδότσουφλο χωρίς κανένα εφόδιο και μόνο τα χέρια σου είχες για κουπιά. Μέσα σε κουζίνες, σε μπανιέρες σπιτιών πολυτέλειας, με την βρωμιά κρυμμένη σε μέρη που δεν τα φτάνει το μάτι του επισκέπτη., τα χέρια σου σύρθηκαν για να την βρουν και να την εξαφανίσουν, σύρθηκαν με το σφουγγαρόπανο γυμνά, παραδομένα διάφανα στον πόλεμο της επιβίωσης.
Μετά ήρθαν οι κουζίνες - υποβρύχια θαμμένες στα υπόγεια ξενοδοχείων. Μέσα σε αυτά, ο καθένας ήταν στο πόστο του και εσύ στο δικό σου μπροστά από την λάντζα με τις τεράστιες μεταλλικές γούρνες και το καυτό νερό να τρέχει ασταμάτητα καθώς τα πιάτα έρχονταν ομάδες, ομάδες, από τα χέρια των γκαρσονιών. Μετά έπεφταν κατσαρόλες, κατσαρόλια, τηγάνια, κουτάλες, και μετά πάλι πιάτα, ποτήρια. Και πάλι κατσαρόλες και μετά πιάτα Πυθμένες λερωμένοι, από τα αποφάγια ενός κόσμου που κινιόταν από πάνω, που έτρωγε και έπινε στις πολυτελείς τραπεζαρίες με τα γκαρσόνια σε διάταξη μέσα στην αίθουσα έτοιμα να τσακιστούν σε κάθε νεύμα του πελάτη. Ένας κόσμος πάνω από το κεφάλι σου που δεν μπορούσες να τον πλησιάσεις, παρά μόνο σαν υπηρετικό προσωπικό, παρά μόνο υπηρετώντας τον. Ένας κόσμος που δεν είχε την παραμικρή ιδέα του τι γίνεται κάτω από τα πόδια του, όπως και εσύ δεν είχες την παραμικρή ιδέα, για το γίνεται πάνω από το κεφάλι σου. Χωμένη, σκυμμένη κάτω από τους σωλήνες του εξαερισμού, τους φανταζόσουν να πηγαινοέρχονται στα μεγάλα σαλόνια του ξενοδοχείου, μετά από το φαΐ, με ένα ποτό στο χέρι και το χαμόγελο σε πρώτο πλάνο. Ντυμένοι όλοι στην εντέλεια, με τις γυναίκες, ιδίως να αστράφτουν από καθαριότητα, παρφουμαρισμένες και προπάντων ευτυχισμένες, ακουμπισμένες σε ακριβά έπιπλα. Τις φανταζόσουν και ζήλευες, πόσο θα ήθελες να είσαι μέσα σε αυτά τα σαλόνια, ντυμένη και συνοδευόμενη από έναν άντρα που σου προσέφερε τα πάντα, με τις υπηρέτριες σου να τρέχουν να σου ετοιμάσουν το τραπέζι, όμως ήξερες πως δεν ήσουν πλασμένη για να περπατήσεις μέσα σε αυτά το τοπία, ούτε σαν όνειρο .
Τα χέρια σου κατακόκκινα, από τα καυτά νερά, με δέρμα διάφανο δεν μπορούσαν να πιαστούν από τέτοια όνειρα.
Γλύπτο: Augoust Rodin

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010



Στο καθρέφτη του χρόνου


Μέσα στο καθρέφτη του χρόνου. είδα την σκάλα που εκείνος κατέβαινε μέσα της. Είδα το κουλουριασμένο κορμί διάτρητο από την φροντίδα της διαχρονικής αδιαφορίας. Είδα τα σάλια του σώματος που κυλούσαν στην τρυφερή σάρκα του θανάτου και λέρωναν τα σεντόνια. Σταμάτησα από πάνω τους τρομαγμένος, το υγρό σκοτάδι τους έλαμπε μπροστά μου
Ήθελα να φύγω. Ουρλιαχτά αυτοκινήτων μαζεύτηκαν στο στόμιο του νοσοκομείου και χάιδευαν τα βογγητά του. Έκλεισα τα αυτιά μου. Να φύγω, να φύγω. Η φωνή του, η φωνή του πατέρα κατέβαινε τους ορόφους. Είχε δαγκώσει τον ώμο μου. Με πονούσε Με πάγωνε. Ήθελε να με σταματήσει. Φωνή από έναν άλλο κόσμο που δεν έβγαινε από κατεστραμμένο στόμα, αλλά από κατεστραμμένο σώμα. Φωνή από μια άλλη τρύπα. Και μένα και εκείνον μας είχε προλάβει ο χρόνος.

Στην έξοδο, το ουρλιαχτό της σάρκας του γαντζώνεται πιο σφιχτά από τον ώμο. Το ξεφορτώνομαι με μια βίαιη κίνηση. Το αφήνω να χτυπιέται στους γυμνούς τοίχους του νοσοκομείου. Ανεβαίνω στην επιφάνεια του κόσμου. Προχωρώ στους δρόμους, ψάχνω τους θαμώνες της ζωής μου και με τα χέρια ανοιχτά θέλω να βουτήξω στα χρωματιστά τους ύφασμα.
Εμένα, την άλλη μέρα, με βρήκαν μούσκεμα από το υγρό σκοτάδι. Εκείνον δεν τον βρήκαν πουθενά. Έχει φωλιάσει για τα καλά μέσα μου και από τότε, δεν μπορώ να τον αφήσω ποτέ πια.
Πίνακας: William Blake

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010



Το “όχι”



Πόσο σημαντικό είναι να μπορούμε να πούμε όχι σε πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα τα οποία ξεπερνούν τα όριά μας , δεν σέβονται τον εαυτό μας και μπορούν και αποφασίζουν στην θέση μας, ακόμα δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Βέβαια το όχι ήταν κάτι το οποίο διδαχτήκαμε να μην κάνουμε χρήση. Ήταν πάντα ασυμβίβαστο με αυτά που μάθαμε για να μπορούμε να είμαστε αρεστοί στο περιβάλλον μας από μικρά παιδιά. Μάθαμε δηλαδή να αποδεχόμαστε τον άλλον ακόμα και αν δεν συμφωνούσαμε με την γνώμη του και κτίσαμε όλο τον ψυχικό μας κόσμο πάνω στην ενοχή που πηγάζει από την ανέκφραστη αντίρρησή μας. Από το όχι που ποτέ δεν βγήκε στην επιφάνεια και ποτέ δεν αποτέλεσε ένα στοιχείο της προσωπικότητας μας παρά έμεινε κρυφό μέσα μας να τρώει τα σωθικά μας, με τον ανεκπλήρωτο χαρακτήρα του. Μάθαμε να προτιμάμε να λέμε όχι στις δικές επιθυμίες, παρά στις επιθυμίες των άλλων και αυτό ήταν το σήμα κατατεθέν της κοινωνικής μας επιτυχία και αποδοχής. Αυτό ξεκίνησε από την παιδική μας ηλικία, πέρασε στην εφηβεία και αν τότε βγήκε για λίγο στην επιφάνεια, γρήγορα κρύφτηκε σαν μαχαίρι που σφάζει την ψυχή μας σιγά, σιγά μα σίγουρα. Προτιμούμε αυτό το σφάξιμο και αυτό το σφάξιμο κουβαλήσαμε και στις οικογένειες που κτίσαμε και με αυτό μεγαλώσαμε και τα παιδιά μας. Ακόμα και στα πεδία μας δεν μπορούμε να πούμε όχι και τα μαθαίνουμε και αυτά όχι.............. να μην λένε.

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010



Θεσσαλονίκη

Ξαφνικά του έρχεται στο μυαλό, κάποιο απόγευμα που είχε περάσει στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης πριν πολλά χρόνια. Θυμάται πως στο βάθος, το ηλιοβασίλεμα ετοίμαζε τα σύνεργα του και αυτός, πλανόδιος αλήτης των συναισθημάτων, ένας διαβάτης που ακουμπούσε την υγεία της νιότης του στα παγκάκια του πάρκου που, ενώ ήταν έτοιμος να απολαύσει ένα φανταστικό ηλιοβασίλεμα, έγινε θεατής μιας αυθόρμητης παρέλασης της ζωής στην διαχρονική της εξέλιξη. Θεατής ενός πλήθους περιπατητών που ξεχύθηκε ξαφνικά μπροστά του. Θεατής της απογευματινής βόλτας των κατοίκων της πόλης. Θεατής ενός χρωματιστού, χωρισμένου σε ηλικίες πλήθους, που άπλωνε το βηματισμό του χαρούμενο και ανέμελο μπροστά στον ήλιο, που ακολουθούσε τα φλεγόμενα μονοπάτια του ουρανού στα οποία ο ίδιος είχε βάλει φωτιά.
Ο βηματισμός του ελεύθερου χρόνου.
Καθόταν ανέμελα και ένιωσε ξαφνικά πως βρισκόταν σε ένα θέατρο το οποίο είχε στηθεί έτσι, αυθόρμητα στο μυαλό του, χωρίς να τον προειδοποιήσει. Ακουμπισμένος αιστάνθηκε το παγκάκι σαν να είναι πολυθρόνα του θεάτρου, του δικού του θεάτρου. Μοναχικός θεατής, στο δικό του σκηνοθετημένο θέαμα. Ένα θέαμα διαχρονικό, όπου οι πρωταγωνιστές έμπαιναν στην σκηνή αυθόρμητα χωρίς να έχουν καταλάβει τίποτα. Μπροστά πήγαιναν χαρούμενοι, ανέμελοι έφηβοι σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον. Έτρεχαν πίσω από κορίτσια που κρατιόταν χέρι, χέρι και κρυφογέλαγαν. Ζευγαράκια που ξετρύπωναν από δεξιά, ή αριστερά σφιχταγκαλιασμένα καθόταν και αυτά μπροστά στο ηλιοβασίλεμα. Μετά νιόπαντροι που έσπρωχναν καροτσάκια με τους καρπούς της ευτυχίας τους. Μετά ζευγάρια με μεγαλύτερα παιδιά που έτρεχαν γύρω τους και εκείνα φοβισμένα τους φώναζαν να προσέχουν. Οικογένειες με τα παιδιά τους σε κανονική διάταξη και μετά, και μετά γεροντικά ζευγάρια, τα γεροντικά βήματα που πλησιάζαν απειλητικά το τέλος της ζωής. Γεροντικά ζευγάρια που τα υποβάσταζαν τα παιδιά τους, ή τους κουβαλάγανε σε καροτσάκι.
Καθόταν εκεί και κοιτούσε εκστασιασμένος. Έβλεπε τα διάφορα στάδια της ζωής, την γέννηση, την παιδικότητα, την εφηβεία, την νεότητα, την μέση ηλικία και τέλος τα γηρατειά να παρελαύνουν μπροστά του. Έβλεπε την ζωή να ξετυλίγεται να εμφανίζεται με τα στολίδια των οικογενειακών σχέσεων να κυλάνε ανεμπόδιστα στο απογευματινό πλακόστρωτο της Θεσσαλονίκης και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από εκεί. Οι ηλικίες η κάθε μια με το δικό της στυλ, η κάθε μια με τα δικά της χαρακτηριστικά. Η κάθε μια με την σειρά της.
Όταν έπεσε η νύχτα η πλατεία είχε αδειάσει. Όλος αυτός ο κόσμος είχε γυρίσει στην οικογενειακή του εστία. Αυτός μάζεψε σιγά, σιγά τα σκηνικά του μυαλού του. Άφησε την πλατεία άδεια και χάθηκε από εκεί, χωρίς κανείς να έχει καταλάβει την παρουσία του.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010



Μαρακές


Η σκόνη της ερήμου κάθεται στο στήθος, καλύπτει το πρόσωπο, θολώνει το βλέμμα. Μάταια τα λερωμένα τσάμια λεωφορείου προσπαθούν να την κρατήσουν μακριά. Τίποτα δεν καταφέρνουν. Το τοπίο υγρό, κυλάει σαν ποτάμι σε όλη την διαδρομή. Απέραντες εκτάσεις παφλάζουν αφήνοντας μια μυρουδιά από καμένη σάρκα να καλύπτει τα πάντα. Κορμιά τυλιγμένα με χρωματιστά υφάσματα, λικνίζονται μέσα στα κύματα της ερήμου, χορεύουν μπροστά στην απεραντοσύνη του ήλιου, προσπαθώντας να αποφύγουν την απονιά του. Ο ήλιος μπορεί να χαράξει μόνο τα πρόσωπα με το αραβικό μαχαίρι του. Μπρούτζινα πρόσωπα με σταχτί μάτια, αφημένα επάνω σε σκισμένα καθίσματα βαγονιών, σαν εκμαγεία που ταξιδεύουν στους αιώνες, με το ίδιο σχιστό βλέμμα των Φαραώ . Τεράστια γυναικεία μάτια από χώμα που με παρακολουθούν πίσω από παραπετάσματα προσώπου. Στέλνουν μυστικά σινιάλα σε όλες τις κατευθύνσεις. Ταξιδεύουν αμίλητα μέσα στην ζωή τους, δίπλα από ξεπεσμένους εμίρηδες που κάποιος τους καθαρίζει φραγκόσυκα και τους ταΐζει γονατιστός στο στόμα. Νυχτερινή βόλτα στο άχρονο σύμπαν που έλιωνε με ένα τεράστιο μισοφέγγαρο στην αγκαλιά μου, γύρω τα τείχη της Μεδίνα.
Η φωνή του ντελάλη δένει την βαρκούλα της ψυχής μου, στο γαλαζοκόκκινο σκούρο του λιμάνι.
Το επόμενο ξημέρωμα ξεχύνονται όλοι στο δρόμο κυνηγώντας τον ακινητοποιημένο χρόνο. Κυνηγώντας την ακινητοποιημένη ζωή Νέοι που θέλουν να το σκάσουν από την δικτατορία αυτής της ακινησίας. Που γυρνάνε σε ερημωμένες συνοικίες κάνοντας όνειρα για τις πρωτεύουσες του πολιτισμού. Πρίγκιπες που ζητάνε τσιγάρα στην στροφή του χωματόδρομου. Πρίγκιπες που στρίβουν το κίφ με βιρτουόζικη δεξιοτεχνία και μετά...και μετά τα πάντα αιωρούνται από το ξεχασμένο ταβάνι του κόσμου. Χωρίς χρόνο, χωρίς χώρο, χωρίς διάσταση. Γίνομαι ένα άυλο ον. Καθρεφτίζω την έρημο. Είμαι η έρημος, το χωμάτινο δωμάτιο, τα παιδικά μπερμπερικα μάτια που με κοιτάνε με φόβο σε μια απόμερη μεριά του Μαρακές

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010



Valparaiso


Ατελείωτα βήματα στις χρωματιστές, ξύλινες συνοικίες του Valparaiso, φέραν την νύχτα μπροστά σε αρχαιοελληνικές προσόψεις κτηρίων, που τρελοί αποικιοκράτες οικοδόμησαν ξέροντας πως η αιωνιότητα θα είναι πάντα εκεί. Μια φτωχική πόλη σκαρφαλωμένη πάνω στις κοιλάδες ενό χαμένου παραδείσου, κρεμασμένη μέσα στο χρόνο. Χρωματιστές σανίδες προσπαθούν να βρούν μια θέση δίπλα σε τρελούς στενούς δρόμους. Κατηφόρες και ανηφόρες μπερδεμένες, εξυπηρετούν τις διαχρονικές ανάγκες μετακίνησης. Μικρά χρωματιστά λεωφορεία σαν παιχνιδάκια, στα χέρια ενός παιδιού, κινούνται με χαρούμενη ταχύτητα, κόβοντας την ανάσα του επισκέπτη, κατεβάζοντας τον φόβο του στο εμπορικό λιμάνι. Το βράδυ βραχνές τραγουδίστριες προσπαθούν να ανοίξουν το ντουλάπι των αναμνήσεων μια πόλης που χάνονται τα χνάρια της σε αιώνες σκληρότητας και άπονης χαράς. Οι μεθυσμένοι ποιητές ακουμπούν στο τραπέζι του, του κάνουν συντροφιά.
Την άλλη μέρα τα βήματα του τον φέρνουν στην αγορά. Ένα γδαρμένο κεφάλι αλόγου τον χαιρετάει στην είσοδό της. Καλπάζει στα χέρια ενός γερασμένου χιλιανού και πάει να κρυφτεί πίσω από το ματωμένο πάγκο. Πέρα ένας ξιφίας τον περιμένει με ένα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη. Φωνές, κραυγές του εμπορείου τον ζώνουν από παντού. Σκαρφαλώνουν στους χρωματιστούς τοίχους της πόλης, που ακουμπούν στους ώμους αργόσχολων πολιτών σπαρμένων σε φτωχικά πάρκα, σε σκοτεινιασμένες πλατείες, κοιτώντας το άπειρο γαλάζιο του ειρηνικού ωκεανίου. Ένα παιδάκι τον πλησιάζει με ένα πορτοκάλι στο χέρι, μετά από εξήντα χρόνια πεθαίνει πυροβολημένο στην άκρη ενός τηλεοπτικού δελτίου.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010



Στο Μπουένος Άιρες


Στο Μπουένος Άιρες δεν ταξίδεψα ποτέ παρά, μόνο τρύπωσα μέσα σε διηγήσεις φίλων που είχαν ξαπλώσει στα πατώματα του, που είχαν λικνίσει το ταγκό της ζωής του. Της ζωής τους που με είχε ακουμπήσει, που με είχε πάρει από το χέρι μπροστά σε ένα βελούδινο ηλιοβασίλεμα. Αχ πότε θα βρούμε εκείνα τα νιάτα που χάθηκαν στις πλατείες, που χάθηκαν μπροστά στα περήφανα κτήρια του Μπουένος Άιρες. Τα νιάτα που κουβαλήσαμε σε καρδιές κατακόκκινες από το χορό των δακρύων από τον χορό των αποχωρισμών. Οι λευκές πατούσες που αφήνανε τις ιδρωμένες πατημασιές στα καυτά πεζοδρόμια, θα κυκλώνουν την αιωνιότητα αυτής της στιγμής για πάντα. Χορευτικές πατημασιές με τον έρωτα να δακρύζει πάνω σε μελαψά δέρματα που έντυσαν τα όνειρά μου, πίσω από τα κουρασμένα μάτια των εργατών. Πίσω από τα μάτια των εργατών που ξεχείλιζαν την λαχτάρα της ζωής σιγά, σιγά όταν έπεφτε το δειλινό και αυτή ξεθάρρευε, ξεθάρρευε όλο και πιο πολύ καθώς ερχόταν η νύχτα. Και εκείνους τους δρόμους που δεν πέρασα ποτέ, δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω! Δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω αυτή τη δικιά μου, αιώνια λαχτάρα που κυλάει πάνω στην γάμπα μια χορεύτριας, θαμπώνοντας το βλέμμα μου, μεταφέροντας οξυγόνο στα θλιμμένα σοκάκια του Μπουένος Άριες που αγάπησα χωρίς να τα δω ποτέ, που το αγάπησα μόνο από τις διηγήσεις των φίλων.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010


Στην ερημιά του δρόμου


Με ποιες γκριμάτσες να ζητήσω το χαμόγελο, ένα χαμόγελο σαν κουρτίνα όπου από πίσω η λευκή οδοντοστοιχία ξεκουράζεται στο θρόνο της. Μπροστά της απλώνεται η ερημιά του δρόμου με εμένα σαν επιβάτη αργοπορημένο και μόνο. Καλησπερίζω ανύπαρκτους αλκοολικούς διαβάτες, που το ρέψιμο τους σκοτώνει τα ρουθούνια της ευαισθησία μου. Καλησπερίζω λαστιχένια στόματα που τα φούσκωσαν με ενέσεις σιλικόνης, για να μπορούν να φυλάνε αυτό το βρομιάρη κόσμο. Καλησπερίζω το σκοτεινό διάστημα δίπλα από τα παράθυρα μια παλιάς γνώριμης ανατριχίλας. Από τις μασχάλες της βγαίνει η αγωνία . Καλησπερίζω το μοναχικό πλήθος στο νυχτερινό διάδρομο του εφιάλτη του.
Το γυαλιστερό μου πατούμενο καθρεπτίζεται στην βρεγμένη άσφαλτο με εμπιστοσύνη. Αραχνοΰφαντα υφάσματα του γέλιου στα ακροδάχτυλα της νύχτας τρέχουν να με πιάσουν μέσα στα στενά. Τους ξεφεύγω!! Κάμαρες, κρεβατοκάμαρες σε λίστες οργασμικής αναμονής με περιμένουν. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, ο κόσμος είναι έτοιμος να λιώσει σε μια γωνιά του δωματίου.Ο φανατικός ρυθμός της ανάπτυξης τον έχει κουράσει. Του λέω να πάρει τις σωστές ανάσες. Ανοίγω διέξοδο σωτηρίας, κάνω θεραπευτικές μαλάξεις στους κροτάφους. Ανάβω τις μαγικές βιτρίνες του δωματίου για χάρη του. Τον κουβαλάω μπροστά στους καθρέφτες .Τον φέρνω στα φανάρια της λεωφόρου που φοβερίζουν το σκοτάδι της ζωής μου. Απόμακρες κρεβατοκάμαρες που χάνονται με τις ρυτίδες των τοίχων να γλιστράνε από το πρόσωπό μου. Με ποιες γκριμάτσες να ζητήσω το χαμόγελο. Μπροστά μου απλώνεται η ερημιά του δρόμου με εμένα σαν επιβάτη αργοπορημένο και μόνο. Το γυαλιστερό μου πετούμενο καθρεπτίζεται στην βρεγμένη άσφαλτο με εμπιστοσύνη
Καλησπερίζω ξενύχτιδες της απόγνωσης, Καλησπερίζω γλεντζέδες της αιμομιξίας του χρόνου την ώρα που δεν βρίσκομαι εκεί.
πίνακας: George Braque

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010


Παράλληλοι κόσμοι

Για πόσο καιρό το παρμπρίζ θα έρχονται να καθαρίσουν σκυμμένες σκιές που ξεμπαρκάρουν από τα πεζοδρόμια ψάχνοντας μισό ευρώ μπροστά στα φώτα της δίωξης μεταναστών;
Για πόσο καιρό φοβισμένα κορμιά θα τρέχουν να κρυφτούν πίσω από τους θάμνους, πίσω από στύλους,
ξαπλωμένα στην υγρασία της νύχτας, μέσα στην σκοτεινή
επιφάνεια του δρόμου μου,κυνηγημένες φιγούρες
θα σαλεύουν με κινήσεις καταδικασμένης νεότητας;
Για πόσο καιρό η απλότητας της φυσιολογικής σκληρότητας ,
θα κυλάει έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου;
Η δική μου νύχτα και και η δική τους, παράλληλες νύχτες,
θα συνωστίζονται στα φανάρια των λεωφόρων;
Για πόσο καιρό οι παράλληλες νύχτες μας θα γίνονται μία;
Οι παράλληλοι κόσμοι θα συναντιόνται χωρίς καμιά συνάντηση.
και θα ανασαίνουν ο ένας δίπλα στον άλλον;
Για πόσο καιρό οι παράλληλοι κόσμοι, θα σέρνονται ο κάθε ένας με τον τρόπο του, στο σκοτάδι του πολιτισμικού θυσιαστηρίου; Για πόσο καιρό οι καμένες σάρκες του μισού πλανήτη θα πυροδοτούν τα λεβητοστάσια του άλλου μισού;

Μα.....Για όσο
Για όσο
ο πόλεμος,
για όσο
θα καθορίζει την ειρήνη.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010



Η χαρούμενη κοιλάδα
της ανεμελιάς μου.


Αυτό το νεύμα έρχεται από μακριά, μια κίνηση είναι μόνο. Μια κίνηση που ξεδιπλώνεται πάνω σε τοίχους, πάνω σε πρόσωπα, πάνω σε τζάμια, πάνω μου, πάνω σου, πάνω σε όλους μας. Η ροζιασμένη παλάμη ενός πατέρα έκανε αυτό το νεύμα και η μάνα, μετά από αυτό το νεύμα, έμεινε ακίνητη, ακουμπισμένη στο πρεβάζι του παραθύρου, να τον περιμένει.
Με αυτό το νεύμα χαιρέτισαν τον ερχομό μου και με αυτό το νεύμα χαιρέτησα την αποχώρησή τους. Ερχομός και αποχώρηση μέσα από ένα νεύμα, μια κίνηση, μια λέξη που σχηματίζεται στον αέρα. Ένα νεύμα που κανείς δεν ξέρει τι θέλει να πει πραγματικά. Τα κύτταρα αυτού του νεύματος γλίστρησαν από την φούχτα ενός παιδιού. Ξεχύθηκαν από την κραυγή ενός εφηβικού κορμιού. Τα σεξουαλικά όργανα της ανθρώπινης ανεκτικότητας και η επιθυμία πίσω από ένα τέτοιο νεύμα κρύφτηκαν.
Αυτό το νεύμα κρατάω βαθιά μέσα μου.
Αυτό το νεύμα ήταν και είναι η χαρούμενη κοιλάδα της ανεμελιάς μου.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010



Το λάγνο κενό


Το προδομένο δέρμα του έρωτα, σέρνεται ψάχνοντας την καθημερινή του αγχόνη ανάμεσα στο θόρυβο και την σιωπή. Το χαμένο δέρμα του έρωτα, κρέμεται σαν ουράνιο κόσμημα από την οροφή του μυαλού. Ύπουλοι καπνοί ανεβαίνουν και το κιτρινίζουν αφού έχουν κυλίσει πρώτα στο λαιμό. Μπαλίτσες συμπυκνωμένης νικοτίνης που ερεθίζουν τα τοιχώματα του και ξεσηκώνουν το βήχα. Οι ροχάλες της νύχτας ακόμα δεν έπεσαν στο πτυελοδοχείο του πεζοδρομίου. Η απόφαση αφημένη πάνω στην επιφάνεια της πόλης.
Απέναντι, η προκλητική παρουσία, θαμμένη μέσα στα χρώματα της καθημερινότητας. Η παρεξηγημένη θεά με σταχτή δέρμα, καλοζωισμένη, με τα μπούτια ανοιχτά, μπροστά στην διψασμένη ανάσα του κόσμου , μπροστά στην διψασμένη του ανάσα. Το ρούχο της μόλις που κρατάει το κορμί της στην κυκλοφορία. Στόμα μισάνοιχτο έτοιμο να ρουφήξει το μεδούλι του, με μια απλή στροφή πάνω στα τακούνια της. Μάτια γεμάτα από την λαγνεία του κενού που καιροφυλακτούν τα δικά του. Καιροφυλακτούν την δική του φαντασίωση για να τους δώσει πνοή και νόημα. Παρουσία που ζει από τις φαντασιώσεις των μοναχικών θαμώνων ζωής σαν και αυτόν. Στέκεται, στέκεται όπως πάντα πριν την πλησιάσει με ύφος ανέμελο. Στέκεται πριν να χουφτώσει εκείνο το λάγνο κενό μέσα σε ετοιμόρροπα δωμάτια που τo περιτριγυρίζουν.
Με αυτό το κενό θα φύγει μετά. Με αυτό το κενό θα χωθεί στο θόρυβο και την σιωπή του. Με το κενό του, που μάταια προσπάθησε, ακόμα μια φορά να του δώσει μορφή και πάντα αυτό παραμένει το ίδιο.
φωτο: H.C.Bresson

Οι ηλεκτρικοί μάγκες

Οι ηλεκτρικοί μάγκες με τις πρίζες στα χέρια. Με πέτσινους γιακάδες σηκωμένους. Τζίν καλυμμένα στα μπούτια τους. Κεφάλια σκυμμέν...